Marion Barfs
«Ο,τι επινοούμε είναι αληθινό». Γ.Φλομπέρ
Friday, January 13, 2012
Saturday, January 7, 2012
Wednesday, December 14, 2011
«στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα», κατερίνα αγγελάκη - ρουκ
«
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο·
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω·
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα
».
Saturday, December 3, 2011
Το κτήνος της αγάπης.
Στο λεωφορείο ανέβηκε μια γυναίκα που δεν είχε καμιά σχέση με μένα.
Κάθισε δίπλα μου κι οι ώμοι μας έφτιαξαν μια αλλόκοτη συμμετρία.
Περνώντας από την εκκλησία, κάναμε κι οι δυο το σταυρό μας.
Ούτε ξέρω τι σκεφτόταν και το 'κανε.
Ούτε ξέρω τι σκεφτόμουν κι εγώ.
Να συγχωρεθούν τα πεθαμένα μάλλον
γιατί είναι πολλά κι ούτε μπορώ όλα να τα συγχωρέσω.
Αλίμονο αν πιστεύει κανείς σε τόση μεγαθυμία
-αλήθεια, ποιά γενεαλογία δένει το θύμα και τον θυμό;-
κι ο κήπος μου γέμισε πτώματα
και τα λουλούδια μου έγιναν σαρκοφάγα,
κοντεύουνε να φάνε κι εμένα ακόμη
και σκέφτομαι πως η αγάπη είναι απλά ένας πολιτισμός
που μας επιβάλλεται με βία
η αγάπη είναι η βία που ασκούμε ο ένας στον άλλο
όταν σιχαινόμαστε ο ένας τον άλλο
κι όμως,
κοίτα πόσο όμορφα ωμοί γινόμαστε
όταν απαλλαγούμε οριστικά απ' αυτήν,
απ' αυτό το κτήνος της αγάπης,
αυτόν τον βραχνά της ανημποριάς
που δε μπορούμε να ανήκουμε ολότελα στον εαυτό μας
και σε ό,τι αυτός ορέγεται. (Αύγουστος 2011)
Thursday, November 24, 2011
Τμήμα Σαρώματος.
Μην τυπώσετε χρήμα. Τυπώστε ανθρώπους.
Χάρτινους, οικολογικούς, ευέλικτους και οικονομικούς.
Δεν υπακούω σε μια εξουσία, στην ανάδειξη της οποίας δεν κλήθηκα να συμμετάσχω.
Δεν είμαι εγώ ανυπάκουη.
Αυτοί είναι ανεξέλεγκτοι.
Ένα παιδί έχωσε το χέρι του σ' ένα γυάλινο μπολ, ζητούσε φαγητό, όχι χρήματα.
Δεν είμαι εγώ ασυνάρτητη, είναι που ράγισε το νόημα.
Μια μέρα θα ζήσουμε ξανά.
Ως τότε, θα 'χω μάθει να μαντάρω κάλτσες.
Δεν είμαι εγώ ρομαντική, είναι που ο κόσμος γεννά αριθμούς.
Ένα σκυλί γαβγίζει ασταμάτητα όλη τη νύχτα στην αυλή.
Δεν-ξέχασα-να-το-ταϊσω-είναι-που-άργησε-να περάσει-το-φορτηγό-του-δήμου-για-να-μαζέψει-τους-νεκρούς-της-ημέρας.
Χάρτινους, οικολογικούς, ευέλικτους και οικονομικούς.
Δεν υπακούω σε μια εξουσία, στην ανάδειξη της οποίας δεν κλήθηκα να συμμετάσχω.
Δεν είμαι εγώ ανυπάκουη.
Αυτοί είναι ανεξέλεγκτοι.
Ένα παιδί έχωσε το χέρι του σ' ένα γυάλινο μπολ, ζητούσε φαγητό, όχι χρήματα.
Δεν είμαι εγώ ασυνάρτητη, είναι που ράγισε το νόημα.
Μια μέρα θα ζήσουμε ξανά.
Ως τότε, θα 'χω μάθει να μαντάρω κάλτσες.
Δεν είμαι εγώ ρομαντική, είναι που ο κόσμος γεννά αριθμούς.
Ένα σκυλί γαβγίζει ασταμάτητα όλη τη νύχτα στην αυλή.
Δεν-ξέχασα-να-το-ταϊσω-είναι-που-άργησε-να περάσει-το-φορτηγό-του-δήμου-για-να-μαζέψει-τους-νεκρούς-της-ημέρας.
Tuesday, November 22, 2011
Πέτρα σε τσιγκέλι.
«Ο λόγος που οι εργάτες δεν εξεγείρονται άμεσα είναι, γιατί η συνείδησή τους διαμορφώνεται από την υπερδομή, που με την σειρά της καθορίζεται από τη βάση. Η υπερδομή του καπιταλιστικού συστήματος στηρίζει συνεπώς την καπιταλιστική οικονομία, με το να παράγει μια ιδεολογία που νομιμοποιεί το σύστημα. Και επειδή η συνείδηση των εργατών διαμορφώνεται από την ιδεολογία, οι εργάτες δε μπορούν να διακρίνουν τα αληθινά τους συμφέροντα- είναι φορείς ψευδούς συνείδησης». Κ. Μαρξ
«Θα σας στύψουμε μέχρι να αδειάσετε και μετά θα σας γεμίσουμε με τους εαυτούς μας». Τ. Όργουελ
Mε λένε Πέτρα. Πετρούλα με βαφτίσανε αλλά με τα χρόνια έγινα Πέτρα. Της Αγίας Πέτρας της Βιτρινιώτισσας γιορτάζω. Είμαι γραμματέας σ' ένα εργοστάσιο που παράγει καρφίτσες. Πριν από αυτό, δούλευα σ' ένα κτήμα για αρκετά χρόνια. Έπρεπε να μιλάω στις πορτοκαλιές και τις νερατζιές. Να τους τραγουδάω και να τους διαβάζω ιστορίες για να μεγαλώσουν γρηγορότερα. Εκείνα τα χρόνια ήταν μια συνηθισμένη δουλειά. Την έκαναν αρκετοί και μαζί μ' εκείνους, κι εγώ. Μετά ήρθε η ιδεολογία τους κι έφυγα απ΄τη δουλειά.
-Πέτρα είσαι εσύ, θα τα καταφέρεις.
Αυτό μου είπανε και με διώξανε, ήμουν νέα, έφυγα νύχτα. Δεν το ξανασκέφτηκα ποτέ. Πέτρα ήμουν.
Στην αρχή ούτε να τ' ακούσω το γραμματιλίκι.
-Τι μιλάς κι εσύ ρε Πετρούλα; Εσύ είσαι γραμματέας, αλίμονο σε μας.
-Μα, εγώ ήθελα να μιλάω στα δέντρα.
-Πετρούλα, πότε θα σκληρύνεις λίγο, ρε;
-Ξύπνα, Πετρούλα. Ο κόσμος είναι από πέτρα.
-Μην είσαι τόσο μαλακή, Πετρούλα. Θα σε σπάσουν, θα σε λυγίσουν.
Τι ξέρανε αυτοί από δέντρα; Τίποτα. Είχα ήδη αρχίσει να πιστεύω ότι δε μπορείς να ξεφύγεις από την τάξη σου. Ο κόσμος ήταν άδειος από διαλεκτική κι εγώ ήμουν γεμάτη με αμφιβολία. Τα χρήματα που έβγαζα απ' τη δουλειά στο εργοστάσιο δεν έφταναν ούτε για το νοίκι. Κατέβαινα με γρήγορα βήματα την ταξική πυραμίδα κι όμως, δεν είχα φτάσει στον πάτο. Ήταν σχεδόν απίθανο να φτάσω στον πάτο (ή τουλάχιστον έτσι πίστευα). Ντρεπόμουν για αυτό. Ήμουν καλύτερα από δεκάδες άλλους. Σχεδόν δε μπορούσα να μου το συγχωρήσω. Πήγαινα στο εργοστάσιο με σκυμμένο το κεφάλι. Δεν άντεχα να βλέπω τόση εξαθλίωση. Δεν άντεχα που ήμουν ακόμη όρθια κι εκείνοι ήταν πεσμένοι από καιρό.
Κάθε μέρα παράγονταν εκατό χιλιάδες καρφίτσες. Από αυτές, πουλούσαμε μονάχα τις δέκα χιλιάδες το μήνα.
-Σταματήστε να παράγετε τόσες καρφίτσες. Αφού δεν τις έχει ανάγκη κανείς.
-Όχι.
Οι καρφίτσες αναπαράγονταν αδιάκοπα, οι νύχτες το ίδιο. Είχα πάθει κάποιου είδους αμνησία. Είχα ξεχάσει οτιδήποτε είχε σχέση με τη ζωή μου πριν το εργοστάσιο. Ένας αστροναύτης που τότε δούλευε ως ομοιοπαθητικός γιατρός με χαρακτήρισε «σύνηθες περιστατικό». Το πέσιμο από το δέντρο προκάλεσε αναστολή εργασιών στο δεξί μέρος του εγκεφάλου μου κι έτσι, τα ξέχασα όλα. Το πάθαιναν λέει χιλιάδες εργαζόμενοι.
-Αστροναύτη-γιατρέ, η ιδεολογία τους συνέθλιψε τη μνήμη μου. Δε θυμάμαι τίποτε. Ήμουν όμορφη; Γελούσα; Δεν θυμάμαι.
Μια μέρα αγόρασα ένα τσιγκέλι, χοντρό, με μια δαγκάνα που μπορούσε να τρυπήσει εύκολα τη μέση μου. Το έμπηξα βαθιά μέσα στο δέρμα μου, έτσι που σούφρωσε όλη η ραχοκοκαλιά μου και το πέρασα μέσα από το σβέρκο μου. Aυτή θα ήταν η αντίστασή μου. Μόνη μου θα περνούσα τον εαυτό μου απ' το τσιγκέλι.
Ένα βράδυ φύτεψα μια κερασιά στη μέση του σπιτιού μου και άρχισα να της μιλάω. Της έλεγα για τους ηλικιωμένους λαχειοπώλες που συναντάω (ακόμη) στο δρόμο και για μια Κινέζα που πουλούσε ψαλίδια ειδικά φτιαγμένα για το κόψιμο της γλώσσας. Η κερασιά μεγάλωνε όλο και πιο γρήγορα μέχρι που γκρέμισε την οροφή. Το ίδιο συνέβη και σε άλλα διαμερίσματα μέχρι που ο δρόμος έγινε κόκκινος. Σιγά-σιγά, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε στις ταράτσες και να σκάμε με παφλασμό στα κεράσια. Στην κατακόκκινη θάλασσα.
Έτσι κάπως πέρασε η ζωή μας εκείνα τα πέτρινα χρόνια. Τα πρωινά κρεμάγαμε τους εαυτούς μας στο τσιγκέλι και τα βράδια παραμιλούσαμε στα δέντρα κι ανεβαίναμε ξυπόλητοι στις ταράτσες, περιμένοντας για το μεγάλο, κόκκινο κύμα. Στον ενδιάμεσο χρόνο δεν σκεφτόμουν τίποτε. Ίσως μόνο πόσο αλάτι να βάλω στο φαγητό, αν ο τοίχος της κρεβατοκάμαρας χρειάζεται σοβάτισμα κι αν πλήρωσα το τέλος της κομμένης γλώσσας.
-Βράχος έγινες, Πέτρα.
(Εικόνα: deviantart.com)
«Θα σας στύψουμε μέχρι να αδειάσετε και μετά θα σας γεμίσουμε με τους εαυτούς μας». Τ. Όργουελ
Mε λένε Πέτρα. Πετρούλα με βαφτίσανε αλλά με τα χρόνια έγινα Πέτρα. Της Αγίας Πέτρας της Βιτρινιώτισσας γιορτάζω. Είμαι γραμματέας σ' ένα εργοστάσιο που παράγει καρφίτσες. Πριν από αυτό, δούλευα σ' ένα κτήμα για αρκετά χρόνια. Έπρεπε να μιλάω στις πορτοκαλιές και τις νερατζιές. Να τους τραγουδάω και να τους διαβάζω ιστορίες για να μεγαλώσουν γρηγορότερα. Εκείνα τα χρόνια ήταν μια συνηθισμένη δουλειά. Την έκαναν αρκετοί και μαζί μ' εκείνους, κι εγώ. Μετά ήρθε η ιδεολογία τους κι έφυγα απ΄τη δουλειά.
-Πέτρα είσαι εσύ, θα τα καταφέρεις.
Αυτό μου είπανε και με διώξανε, ήμουν νέα, έφυγα νύχτα. Δεν το ξανασκέφτηκα ποτέ. Πέτρα ήμουν.
Στην αρχή ούτε να τ' ακούσω το γραμματιλίκι.
-Τι μιλάς κι εσύ ρε Πετρούλα; Εσύ είσαι γραμματέας, αλίμονο σε μας.
-Μα, εγώ ήθελα να μιλάω στα δέντρα.
-Πετρούλα, πότε θα σκληρύνεις λίγο, ρε;
-Ξύπνα, Πετρούλα. Ο κόσμος είναι από πέτρα.
-Μην είσαι τόσο μαλακή, Πετρούλα. Θα σε σπάσουν, θα σε λυγίσουν.
Τι ξέρανε αυτοί από δέντρα; Τίποτα. Είχα ήδη αρχίσει να πιστεύω ότι δε μπορείς να ξεφύγεις από την τάξη σου. Ο κόσμος ήταν άδειος από διαλεκτική κι εγώ ήμουν γεμάτη με αμφιβολία. Τα χρήματα που έβγαζα απ' τη δουλειά στο εργοστάσιο δεν έφταναν ούτε για το νοίκι. Κατέβαινα με γρήγορα βήματα την ταξική πυραμίδα κι όμως, δεν είχα φτάσει στον πάτο. Ήταν σχεδόν απίθανο να φτάσω στον πάτο (ή τουλάχιστον έτσι πίστευα). Ντρεπόμουν για αυτό. Ήμουν καλύτερα από δεκάδες άλλους. Σχεδόν δε μπορούσα να μου το συγχωρήσω. Πήγαινα στο εργοστάσιο με σκυμμένο το κεφάλι. Δεν άντεχα να βλέπω τόση εξαθλίωση. Δεν άντεχα που ήμουν ακόμη όρθια κι εκείνοι ήταν πεσμένοι από καιρό.
Κάθε μέρα παράγονταν εκατό χιλιάδες καρφίτσες. Από αυτές, πουλούσαμε μονάχα τις δέκα χιλιάδες το μήνα.
-Σταματήστε να παράγετε τόσες καρφίτσες. Αφού δεν τις έχει ανάγκη κανείς.
-Όχι.
Οι καρφίτσες αναπαράγονταν αδιάκοπα, οι νύχτες το ίδιο. Είχα πάθει κάποιου είδους αμνησία. Είχα ξεχάσει οτιδήποτε είχε σχέση με τη ζωή μου πριν το εργοστάσιο. Ένας αστροναύτης που τότε δούλευε ως ομοιοπαθητικός γιατρός με χαρακτήρισε «σύνηθες περιστατικό». Το πέσιμο από το δέντρο προκάλεσε αναστολή εργασιών στο δεξί μέρος του εγκεφάλου μου κι έτσι, τα ξέχασα όλα. Το πάθαιναν λέει χιλιάδες εργαζόμενοι.
-Αστροναύτη-γιατρέ, η ιδεολογία τους συνέθλιψε τη μνήμη μου. Δε θυμάμαι τίποτε. Ήμουν όμορφη; Γελούσα; Δεν θυμάμαι.
Μια μέρα αγόρασα ένα τσιγκέλι, χοντρό, με μια δαγκάνα που μπορούσε να τρυπήσει εύκολα τη μέση μου. Το έμπηξα βαθιά μέσα στο δέρμα μου, έτσι που σούφρωσε όλη η ραχοκοκαλιά μου και το πέρασα μέσα από το σβέρκο μου. Aυτή θα ήταν η αντίστασή μου. Μόνη μου θα περνούσα τον εαυτό μου απ' το τσιγκέλι.
Ένα βράδυ φύτεψα μια κερασιά στη μέση του σπιτιού μου και άρχισα να της μιλάω. Της έλεγα για τους ηλικιωμένους λαχειοπώλες που συναντάω (ακόμη) στο δρόμο και για μια Κινέζα που πουλούσε ψαλίδια ειδικά φτιαγμένα για το κόψιμο της γλώσσας. Η κερασιά μεγάλωνε όλο και πιο γρήγορα μέχρι που γκρέμισε την οροφή. Το ίδιο συνέβη και σε άλλα διαμερίσματα μέχρι που ο δρόμος έγινε κόκκινος. Σιγά-σιγά, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε στις ταράτσες και να σκάμε με παφλασμό στα κεράσια. Στην κατακόκκινη θάλασσα.
Έτσι κάπως πέρασε η ζωή μας εκείνα τα πέτρινα χρόνια. Τα πρωινά κρεμάγαμε τους εαυτούς μας στο τσιγκέλι και τα βράδια παραμιλούσαμε στα δέντρα κι ανεβαίναμε ξυπόλητοι στις ταράτσες, περιμένοντας για το μεγάλο, κόκκινο κύμα. Στον ενδιάμεσο χρόνο δεν σκεφτόμουν τίποτε. Ίσως μόνο πόσο αλάτι να βάλω στο φαγητό, αν ο τοίχος της κρεβατοκάμαρας χρειάζεται σοβάτισμα κι αν πλήρωσα το τέλος της κομμένης γλώσσας.
-Βράχος έγινες, Πέτρα.
(Εικόνα: deviantart.com)
Ετικέτες
πέτρα
Sunday, November 20, 2011
Ροπή στο ράψιμο.
Ένα σκούρο γραφείο από βελανιδιά.
(Δεν είν' αστείο που τα έπιπλα και τα φέρετρα είναι φτιαγμένα από τα ίδια υλικά;).
Ταχύτατη προσαρμογή στον φρικαλέο νεοφιλελευθερισμό σας. H προσαρμοστικότητα δεν είναι η πιο υπερεκτιμημένη αρετή σας;
Εγώ δεν φοβάμαι. (ούτε κι εσάς σας φοβάμαι).
(Μονάχα τα σαββατόβραδα φοβάμαι λίγο, όχι όμως εσάς).
Έκανα τη μαθητεία μου στο λίγο. (Και στο πολύ λίγο).
Μου έφτιαξα κι ένα ολοκαίνουριο ζευγάρι χέρια για να μη χάσκουνε τα γάντια σας άδεια στις τσέπες.
Τώρα θα φοράω μονάχα φορέματα. Χωρίς τσέπες.
Μόνη μου θα τα ράψω, ξέρετε, έχω μια ροπή στο ράψιμο. Έπειτα, κάθε δουλειά έχει μια φόρμα εργασίας.
-Αλήθεια, τι δουλειά κάνετε σήμερα;
-Μα, φυσικά αυτήν που έκανα πάντοτε. Δε διαβάζετε καθόλου Πεσσόα; «Ποτέ δεν είχα άλλη πραγματική ενασχόληση πέρα από την εσωτερική μου ζωή».
-Αλήθεια, πώς αισθάνεστε σήμερα;
-Ολόκληρη. Αλήθεια, ποιός θα περίμενε τόση εσωτερική ελευθερία;
(Δεν είν' αστείο που τα έπιπλα και τα φέρετρα είναι φτιαγμένα από τα ίδια υλικά;).
Ταχύτατη προσαρμογή στον φρικαλέο νεοφιλελευθερισμό σας. H προσαρμοστικότητα δεν είναι η πιο υπερεκτιμημένη αρετή σας;
Εγώ δεν φοβάμαι. (ούτε κι εσάς σας φοβάμαι).
(Μονάχα τα σαββατόβραδα φοβάμαι λίγο, όχι όμως εσάς).
Έκανα τη μαθητεία μου στο λίγο. (Και στο πολύ λίγο).
Μου έφτιαξα κι ένα ολοκαίνουριο ζευγάρι χέρια για να μη χάσκουνε τα γάντια σας άδεια στις τσέπες.
Τώρα θα φοράω μονάχα φορέματα. Χωρίς τσέπες.
Μόνη μου θα τα ράψω, ξέρετε, έχω μια ροπή στο ράψιμο. Έπειτα, κάθε δουλειά έχει μια φόρμα εργασίας.
-Αλήθεια, τι δουλειά κάνετε σήμερα;
-Μα, φυσικά αυτήν που έκανα πάντοτε. Δε διαβάζετε καθόλου Πεσσόα; «Ποτέ δεν είχα άλλη πραγματική ενασχόληση πέρα από την εσωτερική μου ζωή».
-Αλήθεια, πώς αισθάνεστε σήμερα;
-Ολόκληρη. Αλήθεια, ποιός θα περίμενε τόση εσωτερική ελευθερία;
Ετικέτες
εσωτερική κατανάλωση
Saturday, November 19, 2011
Friday, November 11, 2011
Εκείνο το ξένο δέρμα μας.
Επιβίωση. Ζωή γυμνή από καθετί υψηλό.
Πρέπει να επιβιώσουμε, λένε. Τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία τώρα.
Η καριέρα, μια ανόητη λέξη που ποτέ δε μας ακούμπησε, ούτε καν φευγαλέα, γιατί εμείς πάντοτε είχαμε στο μυαλό μας κάτι πιο σοβαρό.
Κάθε βράδυ γυρνώντας το κεφάλι πίσω, βλέπουμε παλιάτσους να μας ακολουθούν.
Κοιμούνται στη σκάλα με τα χέρια στις τσέπες.
Μόλις κλειδώσουμε την πόρτα, τους πιάνει ο ύπνος μέχρι το επόμενο πρωί.
Όταν τελειώσουν όλα αυτά, πρέπει να μιλήσουμε. Να πούμε για τους σακατεμένους εαυτούς μας, εκείνους που θυσιάσαμε ένα πρωί έξω από μια τράπεζα, κάνοντας τον σταυρό μας.
Δεν φοβόμαστε να ζήσουμε μια ζωή που δεν προοριζόταν για μας.
Κι η ζωή (μας);
Ξένο δέρμα κρεμασμένο στον καλόγερο της κουζίνας, με μια ετικέτα που γράφει ανάποδα τ' όνομά μας.
Πρέπει να επιβιώσουμε, λένε. Τα υπόλοιπα δεν έχουν σημασία τώρα.
Η καριέρα, μια ανόητη λέξη που ποτέ δε μας ακούμπησε, ούτε καν φευγαλέα, γιατί εμείς πάντοτε είχαμε στο μυαλό μας κάτι πιο σοβαρό.
Κάθε βράδυ γυρνώντας το κεφάλι πίσω, βλέπουμε παλιάτσους να μας ακολουθούν.
Κοιμούνται στη σκάλα με τα χέρια στις τσέπες.
Μόλις κλειδώσουμε την πόρτα, τους πιάνει ο ύπνος μέχρι το επόμενο πρωί.
Όταν τελειώσουν όλα αυτά, πρέπει να μιλήσουμε. Να πούμε για τους σακατεμένους εαυτούς μας, εκείνους που θυσιάσαμε ένα πρωί έξω από μια τράπεζα, κάνοντας τον σταυρό μας.
Δεν φοβόμαστε να ζήσουμε μια ζωή που δεν προοριζόταν για μας.
Κι η ζωή (μας);
Ξένο δέρμα κρεμασμένο στον καλόγερο της κουζίνας, με μια ετικέτα που γράφει ανάποδα τ' όνομά μας.
Ετικέτες
βελόνες
Sunday, November 6, 2011
«Καταβύθιση».
«Ένα μικρό σε μια κούνια είναι πεθαμένο.
Μια μαυροφόρα (πιθανώς η μάνα του) κάθεται από πάνω του και κλαίει με λυγμούς.
Έπειτα, σιγά-σιγά το σηκώνει, το βάζει κάτω...το μικρό σαν παραζαλισμένο
αρχίζει να περπατάει.
Δες, λέω, είναι πεθαμένο κι όμως, περπατάει». («Καταβύθιση», Μ.Σαχτούρης)
Μια μαυροφόρα (πιθανώς η μάνα του) κάθεται από πάνω του και κλαίει με λυγμούς.
Έπειτα, σιγά-σιγά το σηκώνει, το βάζει κάτω...το μικρό σαν παραζαλισμένο
αρχίζει να περπατάει.
Δες, λέω, είναι πεθαμένο κι όμως, περπατάει». («Καταβύθιση», Μ.Σαχτούρης)
Wednesday, October 26, 2011
Άδοξοι Μπάσταρδοι.
«Αυτή η χρονιά πέρασε γρήγορα. Σαν τώρα, πέρυσι, ήμουν ελεύθερος: εκτός νόμου, αλλά ελεύθερος, είχα όνομα, οικογένεια, ανήσυχο και άπληστο πνεύμα, ήμουν υγιής και ζωηρός. Σκεφτόμουν πολλά πράγματα, μακρινά: τη δουλειά μου, το τέλος του πολέμου, το καλό και το κακό, την φύση των πραγμάτων και τους νόμους που κατευθύνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, σκεφτόμουν τα βουνά, το τραγούδι, τον έρωτα, τη μουσική, την ποίηση. [...]Να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις: δεν ήταν απλό, πήρε χρόνο, αλλά τα καταφέρατε. Είμαστε υπάκουοι κάτω από το βλέμμα σας, δεν έχετε να φοβηθείτε τίποτα από μας: καμιά πράξη αντίστασης, καμιά λέξη πρόκλησης, κανένα κριτικό βλέμμα». («Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», Πρίμο Λέβι)
φωτ: deviantart.com
φωτ: deviantart.com
Sunday, October 23, 2011
«Kατακλείδα».
«Σέρνομαι σαν άγκυρα στον πυθμένα της θάλασσας.
Και τι δεν πιάνω που δεν το χρειάζομαι.
Κουρασμένη αγανάκτηση, πυρωμένη αυτοεγκατάλειψη.
Οι δήμιοι φέρνουν πέτρες, ο Θεός γράφει στην άμμο.
Σιωπηλά δωμάτια.
Τα έπιπλα στο φως του φεγγαριού, έτοιμα να πετάξουν.
Εισέρχομαι αργά στον εαυτό μου
μέσ' από ένα δάσος από άδειες πανοπλίες». («Κατακλείδα», Tomas Transtromer)
Και τι δεν πιάνω που δεν το χρειάζομαι.
Κουρασμένη αγανάκτηση, πυρωμένη αυτοεγκατάλειψη.
Οι δήμιοι φέρνουν πέτρες, ο Θεός γράφει στην άμμο.
Σιωπηλά δωμάτια.
Τα έπιπλα στο φως του φεγγαριού, έτοιμα να πετάξουν.
Εισέρχομαι αργά στον εαυτό μου
μέσ' από ένα δάσος από άδειες πανοπλίες». («Κατακλείδα», Tomas Transtromer)
Sunday, October 16, 2011
«Τη γραφομηχανή μου θα μου την έπαιρναν.
Τη ραπτομηχανή μου. Τα παιδιά μου.
Όλα θα μου τα έπαιρναν.
Αυτός ο φόβος είχε το χρώμα της επιφάνειας εργασίας μου,
σχεδόν γνώριζα τα χαρακτηριστικά του.
Μπορούσα να τον γευτώ στον καφέ μου με το γάλα.
Ήξερα ότι ήταν εκεί.
Κρύφτηκε στην πένα μου την Σέφερ.
Εκείνο ήταν τ' αγαπημένο του μέρος. Όποτε έγραφα,
σταματούσα, στη μέση της λέξης,
για να τον κοιτάξω με περισσότερη προσοχή, μαύρο και παχύ,
ανάμεσα στα δάχτυλά μου-
ο αυξανόμενος τρόμος που θα μπορούσε κάθε στιγμή
ξαφνικά να ξεσπάσει και να μου πάρει
τον σύζυγό μου, τα παιδιά μου, το κορμί μου, τη ζωή μου.
Μπορούσα να τον δω, εκεί στην πένα μου.
Κάποιος την πήρε κι αυτή».
(Παραφράζοντας τον Τεντ Χιουζ, «Ανησυχίες», Τ. Χιουζ)
Saturday, October 1, 2011
Tuesday, September 13, 2011
«Έλα Έλλη τάισε το γουρουνάκι»*
Θέλω να σε τρώω με το κουτάλι. Εσύ να κάθεσαι ακίνητος ξαπλωμένος κι εγώ να σε τρώω μπουκιά μπουκιά όλο το βράδυ. Και το πρωί να ξαναγίνεσαι ολόκληρος για να σε ξανατρώω. Σταρένιος. Σιμιγδαλένιος.
*
Αλυσίδες, λέει η Έλλη και κλείνει την πόρτα του ψυγείου και τρίβει τα μπράτσα της που έχουν ανατριχιάσει. Πρέπει να φορέσω αντιολισθητικές αλυσίδες για να μη γλιστράει το μυαλό μου στα περασμένα.
*
Κάτω από το παγωμένο νερό το δέρμα της αλλάζει χρώμα, το ωχρό χρώμα μοιάζει να πέφτει από το δέρμα της σαν παλιός σοβάς. Το στήθος της σκληραίνει και ανασηκώνεται σαν τη μουσούδα αλεπούς μέσα απ' τους θάμνους. Η Έλλη χαϊδεύει το στήθος της και νιώθει το αίμα να τρέχει πανικόβλητο μέσα της και τρίβει την πετρωμένη κοιλιά της και κουνάει τα δάχτυλα των ποδιών της και κοιτάζει τις σταγόνες του νερού που πέφτουν επάνω στα ξεβαμμένα νύχια των ποδιών της. Τα νύχια των ποδιών μου, λέει η Έλλη. Τα νύχια των ποδιών μου είναι τα νότια σύνορά μου. Εκεί κάτω τελειώνει το σώμα μου εκεί τελειώνει η Έλλη. Τρύπια σύνορα. Σουρωτήρι τα σύνορά σου Ελλάκι μπάτε σκύλοι αλέστε.
Η Αφύλαχτη Δημοκρατία της Έλλης.
*
Για δες κάτι πράγματα, λέει η Έλλη, απόψε μέχρι και τα σίδερα λυγίσανε και κλαίνε.
*
Πέφτουν σακούλες στο κενό απ' τον τρίτο όροφο γωνία Κύπρου και Ιωνίας στη Νίκαια - πέφτουν οι σακούλες στο κενό σαν αυτόχειρες ντυμένοι στα πράσινα, σαν λιγόψυχοι αμαρτωλοί τη νύχτα που θα 'ρθει η συντέλεια του κόσμου.
*
Έξω σκοτεινιάζει. Μαύρα πουλιά φτερουγίζουν ανάμεσα στα σύρματα της ΔΕΗ σα νότες στο πεντάγραμμο μιας αλλόκοτης μουσικής που γράφτηκε για να παιχτεί την τελευταία νύχτα του κόσμου.
*
Κι όλα αυτά για λίγα λεφτά, λέει η Έλλη. Οχτακόσια ευρώ το πολύ εννιακόσια. Δεν το καταλαβαίνω, λέει η Έλλη. Άμα κάνουμε οι φτωχοί στους φτωχούς τέτοια πράματα τότε οι πλούσιοι τι πρέπει να μας κάνουν. Δεν το καταλαβαίνω Χριστέ μου. Η Έλλη Δράκου είμαι. Δεν το καταλαβαίνω.
*
Για δες κάτι παράξενα πράγματα, λέει η Έλλη, απόψε μέχρι και τα σίδερα λυγίσανε και κλαίνε.
*Αποσπάσματα από το διήγημα «Έλα Έλλη τάισε το γουρουνάκι» της συλλογής διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις».
Thursday, August 18, 2011
Το κτήνος της αγάπης.
Στο λεωφορείο ανέβηκε μια γυναίκα που δεν είχε καμιά σχέση με μένα.
Κάθισε δίπλα μου κι οι ώμοι μας έφτιαξαν μια αλλόκοτη συμμετρία.
Περνώντας από την εκκλησία, κάναμε κι οι δυο το σταυρό μας.
Ούτε ξέρω τι σκεφτόταν και το 'κανε.
Ούτε ξέρω τι σκεφτόμουν κι εγώ.
Να συγχωρεθούν τα πεθαμένα μάλλον
γιατί είναι πολλά κι ούτε μπορώ όλα να τα συγχωρέσω.
Αλίμονο αν πιστεύει κανείς σε τόση μεγαθυμία
-αλήθεια, ποιά γενεαλογία δένει το θύμα και τον θυμό;-
κι ο κήπος μου γέμισε πτώματα
και τα λουλούδια μου έγιναν σαρκοφάγα,
κοντεύουνε να φάνε κι εμένα ακόμη
και σκέφτομαι πως η αγάπη είναι απλά ένας πολιτισμός
που μας επιβάλλεται με βία
η αγάπη είναι η βία που ασκούμε ο ένας στον άλλο
όταν σιχαινόμαστε ο ένας τον άλλο
κι όμως,
κοίτα πόσο όμορφα ωμοί γινόμαστε
όταν απαλλαγούμε οριστικά απ' αυτήν,
απ' αυτό το κτήνος της αγάπης,
αυτόν τον βραχνά της ανημποριάς
που δε μπορούμε να ανήκουμε ολότελα στον εαυτό μας
και σε ό,τι αυτός ορέγεται.
Saturday, August 13, 2011
Η καρδιά της κάμπιας.
Σε μια από τις εκδοχές της ζωής μου, είμαι κάμπια. Πορτοκαλόμαυρη κάμπια, έχω τυλίξει με το σώμα την καρδιά μου, την έχω τυλίξει τόσο σφιχτά ώστε να την πνίξω για να δοκιμάσω πώς είναι να ζεις μ' έναν μυ λιγότερο κι έπειτα, πάντα πίστευα ότι ο Λειβαδίτης είχε δίκιο όταν έγραφε πως «η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι όταν χρειάζεται να παραμερίσει την καρδιά του».
«Η πιτυοκάμπη ή αλλιώς κάμπια των πεύκων είναι ένα από τα πλέον κοινά αλλά και βλαβερά είδη της χώρας μας. Πρόκειται για την κάμπια που στο τέλος του βιολογικού της κύκλου μεταμορφώνεται στη νυχτοπεταλούδα με το επιστημονικό όνομα Thaumetopoea pityocampa. Στους περισσότερους οι κάμπιες αυτές είναι βέβαια γνωστές από την ιδιότητά τους να τσιμπάνε όποιον τις ακουμπά. Οι κάμπιες διαθέτουν έναν εξαιρετικό αμυντικό μηχανισμό. Όταν νιώσουν ότι απειλούνται (αν κάποιος για παράδειγμα τις αγγίξει), εκτοξεύουν στον αέρα μικροσκοπικά τριχίδια, τα οποία περιέχουν μια τοξίνη που προκαλεί στον άνθρωπο αλλεργικές αντιδράσεις (ερεθισμούς στο δέρμα και τα μάτια αλλά και αναπνευστικές διαταραχές). Η αντιμετώπιση των εντόμων αυτών γίνεται με διάφορους τρόπους. Παλαιότερα γίνονταν ψεκασμοί με χημικά, αλλά τώρα έχει επικρατήσει η βιολογική καταπολέμηση με το βακτήριο Bacillus thurigiensis, ενώ ο πιο φιλικός στο περιβάλλον τρόπος είναι το κόψιμο και το κάψιμο της φωλιάς τους. Η μεταμόρφωση της πιτυοκάμπιας σε νυχτοπεταλούδα λαμβάνει χώρα μέσα στο έδαφος. Μέσα σε δύο εβδομάδες κάθε κάμπια έχει δημιουργήσει ένα λεπτό υπόλευκο βαμβακοειδές κουκούλι μέσα στο οποίο μεταμορφώνεται σε χρυσαλλίδα με χρώμα καστανό προς το πορτοκαλί. Η όλη διαδικασία κρατάει αρκετό καιρό έως και μερικά χρόνια σε κάποιες περιπτώσεις. Μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου οι νυχτοπεταλούδες βγαίνουν από το χώμα». (www.gewponoi.com)
Ετικέτες
αυτοαναφορικότητα
Άτιτλο κόκκινο.
«Κι έμαθα πως συρρικώνονται τα πρόσωπα,
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω απ’ τις βλεφαρίδες,
Πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές στα μάγουλα,
Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
Τα χαμόγελα πώς σβήνουν στα πειθήνια τα χείλη
Και ο φόβος τρέμει σ’ ένα ξερό γελάκι.
Και προσεύχομαι όχι για μένα μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα,
Σε αυτόν τον κόκκινο τοίχο, αθώρητος ακόμα».
Άννα Αχμάτοβα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω απ’ τις βλεφαρίδες,
Πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές στα μάγουλα,
Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
Τα χαμόγελα πώς σβήνουν στα πειθήνια τα χείλη
Και ο φόβος τρέμει σ’ ένα ξερό γελάκι.
Και προσεύχομαι όχι για μένα μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα,
Σε αυτόν τον κόκκινο τοίχο, αθώρητος ακόμα».
Άννα Αχμάτοβα
Ετικέτες
αχμάτοβα
Friday, August 12, 2011
Πεταλούδα στο νερό.
Από τον χειμώνα φοβόταν ότι μια καλοκαιρινή μέρα θα ξυπνήσει με το κρεβάτι της ριγμένο στη θάλασσα. Μέσα στο σπίτι της θα έχουν φυτρώσει σφεντάμια και τα βιβλία της θα μουλιάζουν στο νερό. Ο Λειβαδίτης θα της χαμογελά σχεδόν λιπόθυμος, σε μια σχεδία φτιαγμένη από τα άπαντα του Καρούζου, ο Καρλ Σμιτ θα πνίγεται, πιασμένος από τα μαλλιά της Χάνα Άρεντ, όλα της τα βιβλία θα φεύγουν μακριά από εκείνη κι όλοι οι ακριβοί της άνθρωποι θα αγνοούνται. Φοβόταν πως ένα αγόρι θα έχει κάνει το πτυχίο της αεροπλανάκι γιατί το πανεπιστήμιο θα έχει μετατραπεί σε ένα τεράστιο χοιροστάσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία θα έχουν γίνει χώροι σίτισης πρώην ασφαλισμένων και στα δελτία ειδήσεων θα δείχνουν μόνο διαφημίσεις όπλων, καθώς και οδηγίες παρασκευής σπιτικών δηλητηρίων. Λίγο πριν φτάσει το καλοκαίρι, είχε χάσει ήδη πολλά. Οριστικά ή σχεδόν. Η ζωή έμοιαζε για πρώτη φορά να 'χει ξεφύγει εντελώς από κάθε έλεγχο. Ένα καλοκαιρινό απόγευμα αποφάσισε να κάνει αυτό που ονειρευόταν καιρό. Έβαλε ένα γαλάζιο φουστάνι (εκείνο με τα μαύρα κουμπάκια και τον δαντελένιο γιακά), έγραψε κάτι σ' ένα χαρτί που είχε ποτιστεί από μια μυρωδιά κέδρου και στάθηκε έξω από το αγαπημένο της πολυκατάστημα. Τα πάντα έβρισκες εκεί πέρα. Από πλυντήρια και τηλεοράσεις μέχρι κατοικίδια και θαλάσσια πλάσματα σε τεράστιες γυάλες. Μπήκε σχεδόν σίγουρη γι' αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει. Πέρασε μια τούφα από τα μαλλιά της σε ένα τσιμπιδάκι σε σχήμα πεταλούδας και κατευθύνθηκε προς το μεγάλο ενυδρείο. Μέσα του κατοικούσε μια μικροσκοπική φάλαινα. Ανήκε σ' ένα πολύ σπάνιο είδος και από τότε που είχε μετακομίσει εκεί, είχε γίνει η ατραξιόν της περιοχής. Την φωνάζανε Λαίνα (κάποιος είχε την φαεινή ιδέα να κόψει το φα και να κρατήσει το ανορθόγραφο υπόλοιπο). Η γυναίκα έβγαλε τις παντόφλες της και τις τοποθέτησε πολύ προσεκτικά δίπλα στην σκάλα του μεγάλου ενυδρείου. Το γαλάζιο φόρεμα είχε ήδη ξεκινήσει το ταξίδι του προς το πάτωμα. Έσφιξε στα χέρια της το χαρτί, κράτησε την αναπνοή της και πήδηξε μέσα. Μέρες αργότερα ένα αγόρι είδε ένα λευκό σημείωμα να μισοπνίγεται δίπλα στη Λαίνα. «Αυτό το καλοκαίρι μια πεταλούδα έμαθε να κολυμπά» έγραφε στο χαρτί και δυο γαλάζια φτερά χόρεψαν δειλά μέσα στα τεχνητά φύκια.
Ετικέτες
pepper
Thursday, August 11, 2011
Όμορφα σπασμένο σαγόνι.
Ξέχασα επειδή πάντοτε προσπαθούσα πολύ να μην ξεχάσω.
Είναι όμορφα να αιωρείσαι στο κενό.
Να μην ανήκεις εκεί που ανήκες.
Να μην έχεις ιδέα για το πού θα ανήκεις, μέχρι να σταματήσεις ν' ανήκεις κι εκεί.
Δεν φοβάμαι.
Όχι πια.
Μια ταυτότητα διαλύθηκε.
Μια νέα κατασκευάζεται.
Πώς αλλιώς;
Οι πόρτες που κλείνουν κάνουν την καρδιά ακόμη μεγαλύτερη.
Όχι από ανιδιοτέλεια. Από ανάγκη.
Οι πόρτες που κλείνουν σε ψηλώνουν.
Ακόμη και τώρα, δεν βρίσκομαι στον πάτο της ταξικής πυραμίδας.
Εκατομμύρια άνθρωποι είναι πιο κάτω από μένα.
Πώς αλλιώς;
Η ανισότητα αναπαράγεται με ακρίβεια.
Αριστερά, πιο αριστερά.
Πες μου, πώς αλλιώς;
Πες.
Να είσαι νέος εργαζόμενος είναι απέλπιδο.
Να είσαι κάποιας ηλικίας εργαζόμενος είναι απέλπιδο.
Να είσαι εργαζόμενος είναι απέλπιδο.
Ξεχνούν ότι χωρίς τους εργαζόμενους, είναι ανύπαρκτοι.
Τους λένε καπιταλιστές.
Τους λένε νεοφιλελεύθερους.
Τους λένε αγορές και οίκους αξιολόγησης.
Τους λένε μάνατζερς και διαχειριστές.
Τους λέω ρυπαρά ανθρωπάρια που θα καταλήξουν στους βόθρους της ανθρώπινης ιστορίας.
Μιλούν για τον κοινό νου, το μέσο άνθρωπο, την απουσία εναλλακτικής επιλογής.
Ας μιλήσουμε για τον Λειβαδίτη, τις πυγολαμπίδες, τη θάλασσα.
Μιλούν για αριθμούς, για περικοπές, για οικονομικά μεγέθη.
Ας μιλήσουμε για ριζοσπαστικοποίηση, για ανθρώπους, για ζωή.
Ζωή, ζωντανός, ζωντανή, ζωντανοί. Ζωή, ζούμε, ζήσαμε, θα ζήσουμε.
Η ζωή είναι πάντα μια γλίστρα από την τσουλήθρα που καταλήγει με μένα πεσμένη ανάποδα να χαζεύω τ΄αστέρια μέσα στη λάσπη.
Είναι όμορφα να σπας το σαγόνι σου πέφτοντας με τα μούτρα σε όσα αφοσιώθηκες.
Θέλω πόρτες για να γκρεμίζομαι με δύναμη επάνω τους.
Θέλω πόρτες για να κλείνουν σπάζοντας με ορμή το σαγόνι μου.
Θέλω βήματα,
Θέλω βήματα,
βήματα,
να κάνω βήματα,
βήματα,
βουτιές,
βήματα.
Βήματα,
βουτιές,
σαγόνια.
Απ' όλα τα σαγόνια μου, απ' όλα τα σαγόνια που απέκτησα ποτέ,
αυτό
είναι
το
πιο
όμορφα
σπασμένο
σαγόνι
μου
τον
Αύγουστο.
Ρε, το λέει κι ο Καρούζος:
«Διαβαίνω αγιάτρευτος μεσ' στ' όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.
Κι η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλoύ σαν ειδοποίηση
με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ' αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές».
Ετικέτες
αυτοαναφορικότητα
Wednesday, August 10, 2011
Sunday, July 31, 2011
(Εγώ όχι πια) «Μικρή».
«Χιλιάδες πόρτες πίσω
όταν ήμουνα παιδί μοναχικό
σ' ένα μεγάλο σπίτι με τέσσερα
γκαράζ και ήταν καλοκαίρι
απ' όσο μπορώ να θυμηθώ,
ξάπλωνα τη νύχτα στο γρασίδι
το τριφύλλι να ζαρώνει πάνω μου
τα άστρα σφηνωμένα από πάνω μου
το παράθυρο της μητέρας μου φουγάρο,
κίτρινη ζέστη που έβγαινε,
το παράθυρο του πατέρα μου μισόκλειστο,
ένα μάτι όπου περνούν οι κοιμισμένοι,
και οι σανίδες του σπιτιού
ήτανε λείες και λευκές σαν το κερί
και πιθανόν χιλιάδες φύλλα
ν' αρμένιζαν στους παράξενους μίσχους τους
και τα τριζόνια να τραγουδούσαν μαζί
κι εγώ, στο ολοκαίνουριο σώμα μου,
που δεν ήταν ακόμα σώμα γυναίκας,
έκανα τις ερωτήσεις μου στ' αστέρια
και πίστευα ότι ο Θεός μπορούσε στ' αλήθεια να δει
τη ζέστη και το χρωματισμένο φως
αγκώνες, γόνατα, όνειρα, καληνύχτα». («Μικρή», Anne Sexton, μτφ:Δ.Σταυρίδου)
όταν ήμουνα παιδί μοναχικό
σ' ένα μεγάλο σπίτι με τέσσερα
γκαράζ και ήταν καλοκαίρι
απ' όσο μπορώ να θυμηθώ,
ξάπλωνα τη νύχτα στο γρασίδι
το τριφύλλι να ζαρώνει πάνω μου
τα άστρα σφηνωμένα από πάνω μου
το παράθυρο της μητέρας μου φουγάρο,
κίτρινη ζέστη που έβγαινε,
το παράθυρο του πατέρα μου μισόκλειστο,
ένα μάτι όπου περνούν οι κοιμισμένοι,
και οι σανίδες του σπιτιού
ήτανε λείες και λευκές σαν το κερί
και πιθανόν χιλιάδες φύλλα
ν' αρμένιζαν στους παράξενους μίσχους τους
και τα τριζόνια να τραγουδούσαν μαζί
κι εγώ, στο ολοκαίνουριο σώμα μου,
που δεν ήταν ακόμα σώμα γυναίκας,
έκανα τις ερωτήσεις μου στ' αστέρια
και πίστευα ότι ο Θεός μπορούσε στ' αλήθεια να δει
τη ζέστη και το χρωματισμένο φως
αγκώνες, γόνατα, όνειρα, καληνύχτα». («Μικρή», Anne Sexton, μτφ:Δ.Σταυρίδου)
Thursday, July 28, 2011
Saturday, July 23, 2011
Σκοτεινή κοινωνία.
«Εδώ στέκομαι, σ' αυτή τη σιωπή
με μάτια ανοιχτά στα παράσιτα
έξι η ώρα τα χαράματα
ο εγωισμός μου δεν περνάει
όταν ένας άντρας ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο
παγωμένος
απλώνει το χέρι στο τίποτα
είναι η τελευταία άκρη απ' το σχεδιάγραμμα της οικονομίας
καθώς το πρώτο φως της μέρας απ' τα μάτια του ανατέλλει
κι αυτός δεν το ξέρει ότι μυρίζει άσχημα γιατί η ζωή είναι βρώμικη
μας χωρίζει ένα μέτρο κι αυτός ο αέρας που ξεφυλλίζει ένα πεταμένο περιοδικό
τα τέσσερα πρώτα μανεκέν που έφτασαν στις διαμαντένιες πύλες του παραδείσου
ξημερώνει και κανείς δε θέλει να το καταλάβει
ο θάνατος ενός πολίτη ξεκινάει από τα όνειρα του ΛΟΤΤΟ
κι ύστερα παίζει με τα κανάλια της τηλεόρασης
κι εκπαιδεύει τα παιδιά του πώς να γελούν με την τεχνική του ζάπινγκ
σπόνσορας αυτής της αθλιότητας ένα μεγάλο αυτοκίνητο
απομακρύνει τον έλεγχο πάνω απ' τις ανθρώπινες μάζες
κουλτούρα του γρήγορου φαγητού
έξι και πέντε λεπτά
η τέλεια κοινωνία εμποδίστηκε απ' τους καριερίστες και τους καιροσκόπους
μας χωρίζουν δυο βήματα
θα 'θελα να του μιλήσω μα ξέρω πως δε θα με καταλάβει
όλη νύχτα έμεινα έξω
πόσες φορές δεν έκανα το ίδιο πράγμα
με διαφορετικά ρούχα, με τα ίδια, και χωρίς
γιατί πίστευα πως τα μάτια σου είναι τα φώτα για ένα διαφορετικό κόσμο
ο μύθος της διασταύρωσης
κάποιος περνάει, άλλος μένει, κάποιος φεύγει
δρομολόγια προς κάθε κατεύθυνση
κι ένας ακόμη, φάντασμα μιας σκοτεινής κοινωνίας
χάνεται στους σκελετούς των νέων οικοδομών
τώρα το ξέρω πιο καλά πως δεν ήταν εύκολο
μέσα σ' εκείνο το πλάτος που αγκαλιάζει τις ακρότητες να επιβιώσεις
να γνέψω καταφατικά στο συμβιβασμό
ή να επιστρέψω οριστικά στον εαυτό μου;
χιλιάδες πόδια κάτω απ' αυτό τον ασπρόμαυρο ουρανό
έξι και [δέκα είναι] λεπτά
αυτό που με συνδέει μ' αυτόν τον πεταμένο άνθρωπο,
είναι η θνησιμότητα, η απόκρουση και το έλεος
τα τρία στοιχεία που με κάνουν να χαζεύω
τ' ασημένια αεροπλάνα στον παγωμένο ουρανό
περιμένοντας το πρώτο τρένο να ξεκινήσει απ' την αφετηρία». («6:00», Στέρεο Νόβα)
με μάτια ανοιχτά στα παράσιτα
έξι η ώρα τα χαράματα
ο εγωισμός μου δεν περνάει
όταν ένας άντρας ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο
παγωμένος
απλώνει το χέρι στο τίποτα
είναι η τελευταία άκρη απ' το σχεδιάγραμμα της οικονομίας
καθώς το πρώτο φως της μέρας απ' τα μάτια του ανατέλλει
κι αυτός δεν το ξέρει ότι μυρίζει άσχημα γιατί η ζωή είναι βρώμικη
μας χωρίζει ένα μέτρο κι αυτός ο αέρας που ξεφυλλίζει ένα πεταμένο περιοδικό
τα τέσσερα πρώτα μανεκέν που έφτασαν στις διαμαντένιες πύλες του παραδείσου
ξημερώνει και κανείς δε θέλει να το καταλάβει
ο θάνατος ενός πολίτη ξεκινάει από τα όνειρα του ΛΟΤΤΟ
κι ύστερα παίζει με τα κανάλια της τηλεόρασης
κι εκπαιδεύει τα παιδιά του πώς να γελούν με την τεχνική του ζάπινγκ
σπόνσορας αυτής της αθλιότητας ένα μεγάλο αυτοκίνητο
απομακρύνει τον έλεγχο πάνω απ' τις ανθρώπινες μάζες
κουλτούρα του γρήγορου φαγητού
έξι και πέντε λεπτά
η τέλεια κοινωνία εμποδίστηκε απ' τους καριερίστες και τους καιροσκόπους
μας χωρίζουν δυο βήματα
θα 'θελα να του μιλήσω μα ξέρω πως δε θα με καταλάβει
όλη νύχτα έμεινα έξω
πόσες φορές δεν έκανα το ίδιο πράγμα
με διαφορετικά ρούχα, με τα ίδια, και χωρίς
γιατί πίστευα πως τα μάτια σου είναι τα φώτα για ένα διαφορετικό κόσμο
ο μύθος της διασταύρωσης
κάποιος περνάει, άλλος μένει, κάποιος φεύγει
δρομολόγια προς κάθε κατεύθυνση
κι ένας ακόμη, φάντασμα μιας σκοτεινής κοινωνίας
χάνεται στους σκελετούς των νέων οικοδομών
τώρα το ξέρω πιο καλά πως δεν ήταν εύκολο
μέσα σ' εκείνο το πλάτος που αγκαλιάζει τις ακρότητες να επιβιώσεις
να γνέψω καταφατικά στο συμβιβασμό
ή να επιστρέψω οριστικά στον εαυτό μου;
χιλιάδες πόδια κάτω απ' αυτό τον ασπρόμαυρο ουρανό
έξι και [δέκα είναι] λεπτά
αυτό που με συνδέει μ' αυτόν τον πεταμένο άνθρωπο,
είναι η θνησιμότητα, η απόκρουση και το έλεος
τα τρία στοιχεία που με κάνουν να χαζεύω
τ' ασημένια αεροπλάνα στον παγωμένο ουρανό
περιμένοντας το πρώτο τρένο να ξεκινήσει απ' την αφετηρία». («6:00», Στέρεο Νόβα)
Ετικέτες
ανύπαρκτος σουρεαλισμός
Saturday, July 16, 2011
Thursday, July 14, 2011
Όριο.
«Ίσκιε, πικρό μου όριο,
σπατάλησα τη δύναμή μου πλησιάζοντας
πώς να περάσω από τα μάγια, πώς.
Πέρα από σένα το είδωλό μου μες στο φως
κι εγώ την ύπαρξή μου σέρνω αλλάζοντας.
πώς να περάσω από τα μάγια, πώς.
Πέρα από σένα το είδωλό μου μες στο φως
κι εγώ την ύπαρξή μου σέρνω αλλάζοντας.
Ορμάς κρυφά και δένεσαι μαζί μου,
με κυνηγάς, ασάλευτα με φράζεις,
με κυριεύεις καθώς μάχομαι για ν’ αποδράσω·
πιστή φρουρά που καταδιώκεις τη φυγή μου
και τ’ όραμά μου αναίσθητα ταράζεις.
με κυνηγάς, ασάλευτα με φράζεις,
με κυριεύεις καθώς μάχομαι για ν’ αποδράσω·
πιστή φρουρά που καταδιώκεις τη φυγή μου
και τ’ όραμά μου αναίσθητα ταράζεις.
Ίσκιε, πικρό μου όριο, κι αν δε σε φτάσω..». («Όριο», Κοραλία Θεοτοκά)
Ίσκιε, πικρό μου όριο, θα σε φτάσω; Κι αν σε φτάσω, θα σε υπερβώ;
Monday, June 27, 2011
«Ματαίως αναζητώ τη γλυκιά μου κόρη, δεν τη βρίσκω πια, και όλα τα βήματα που κάνει την απομακρύνουν από μένα. Σαν να μου ξερίζωναν την καρδιά και την ψυχή, κι αλήθεια, τι σκληρός αποχωρισμός! Σ' αυτό το δωμάτιο όπου, δυστυχώς, έμπαινα συνεχώς κι έβρισκα τις πόρτες ανοιχτές, τώρα ζω ολόκληρη απογυμνωμένη από έπιπλα, ολόκληρη αποσυντονισμένη». (Lettre de Madame de Sevigne a sa filie Madame de Grignan, Paris, 1671, από το «Δε μ' αγαπάς. Μ'αγαπάς»)
Ετικέτες
εσωτερική κατανάλωση
Sunday, June 26, 2011
Το καλοκαίρι που σκοτώσανε.
Σε δυο-τρεις μέρες πεθαίνει το καλοκαίρι στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας κι αιφνιδιαστικά θυμήθηκα πως το πιο όμορφο καλοκαίρι ήταν εκείνο που ανέβαλα για αργότερα, πλανημένη από παγιωμένες αντιλήψεις, όπως ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου είναι πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, οι λέξεις και νεκρές (λέξεις) ανασταίνουν, η μοίρα μιας πεταλούδας δεν είναι πάντοτε να γκρεμίζεται στη λάμπα ενός μικροαστικού διαμερίσματος κι έτσι σκέφτηκα πως αυτό το καλοκαίρι όλοι έχουμε κι από έναν εαυτό να θάψουμε.
Ετικέτες
ψάρι
Saturday, June 25, 2011
«Η καρδιά του Κτήνους».
Pepper, Ιούνιος 2011
«Η οικονομική κατάρρευση γεννά τον φασισμό». Τζον Κέινς
-Φάε παιδί μου το φαϊ σου. Έλα, μια μπουκίτσα για το μπαμπά. Το σκασμένο δεν έτρωγε με τίποτα. Τεσσάρων χρονών παιδί και είχε άποψη. -Δε θέλω να φάω. Εκείνη έπρεπε να το πείσει. Στην αρχή το απειλούσε πως αν δεν φάει το φαγητό του, θα το πάρει ο γύφτος. Έπειτα, ο Αλβανός. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο το παιδί εξοικειωνόταν με την ιδέα του γύφτου και του Αλβανού κι έτσι, εκείνη έπρεπε να επιστρατεύσει μια φιγούρα ακόμη πιο τρομακτική. -Φάε, αλλιώς θα έρθει να σε πάρει ο Πακιστανός. Του περιέγραφε τον Πακιστανό σαν ένα τέρας με τρία χέρια. Ένα Κτήνος που στις άκρες των δαχτύλων του δεν είχε νύχια αλλά κοφτερούς συνδετήρες. Εκείνο την κοιτούσε σχεδόν μαγεμένο να του περιγράφει το Κτήνος. Όσο πιο κτηνώδης γινόταν η περιγραφή της μάνας, τόσο μεγάλωνε η λαιμαργία του παιδιού. Τις νύχτες που οι γονείς του έπεφταν για ύπνο, εκείνο άνοιγε επίτηδες τη μπαλκονόπορτα και περίμενε τον Πακιστανό. Ποτέ του δεν είχε δει τέρας από κοντά. Φανταζόταν τον Πακιστανό να μπαίνει στο δωμάτιο, σκίζοντας με τους συνδετήρες τις κουρτίνες και να του επιτίθεται. Τότε, το μικρό αγόρι έβγαζε το σπαθί που είχε περασμένο στη ζώνη της πιτζάμας του (της καλής του πιτζάμας, αυτής με τα κίτρινα αεροπλανάκια) και το κάρφωνε στην καρδιά του Πακιστανού. Το αγόρι είχε γίνει σαν το σκυλί του Παβλόφ. Κάθε φορά που έφερνε στο μυαλό του τον Πακιστανό, ζητούσε από τη μάνα του να το ταϊσει. Μια μέρα, μάνα και γιος κατεβήκαν στο κέντρο με το αυτοκίνητο. Ένας νεαρός άνδρας, σκαμμένος από τις πληγές και τον ήλιο, πλησίασε το μπροστινό αυτοκίνητο και άρχιζε να καθαρίζει τα τζάμια. -Ουστ, βρωμόσκυλο, φύγε από το αμάξι μου, μη σε κάνω να γυρίσεις στο Πακιστάν με τα πόδια. Το αγόρι λούφαξε στο κάθισμά του. Ώστε, αυτό ήταν το Κτήνος; Αυτόν θα αντιμετώπιζε με το πλαστικό του σπαθί εκείνη τη νύχτα που επιτέλους θα έμπαινε στο δωμάτιο του; -Γιατί μου είπες ψέματα, μαμά; Γιατί μου είπες ότι αυτός είναι κτήνος και θα με πάρει μαζί του; -Ήμουν απελπισμένη, μικρέ μου. Δεν έτρωγες με τίποτα. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να σε κάνω να φας. Η απελπισία, ξέρεις, κάνει καμιά φορά τους ανθρώπους να φέρονται σαν κτήνη. Η απελπισία αποκτηνώνει εκείνους που τα έχουν χάσει όλα, εκείνους που δεν είχαν ποτέ τίποτε δικό τους ώστε να το χάσουν.
Ετικέτες
pepper
Tuesday, June 21, 2011
Υπερβαίνοντας.
«Κάποιος δεν χρειάζεται να είναι δωμάτιο για να στοιχειώσει. Κάποιος δεν χρειάζεται να είναι σπίτι. Το μυαλό έχει διαδρόμους που υπερβαίνουν τον υλικό χώρο». Ε.Ντίκινσον
Monday, June 20, 2011
Ένα έντομο λιγότερο.
Η εξαθλίωση είναι βία και η φτώχεια ανελευθερία.
Η μόνη συναίνεση που έχει νόημα είναι αυτή της Αριστεράς.
Μια αποϊδεολογικοποιημένη ζωή είναι μια μη ζωή.
Η ανάλυση μιας ύπαρξης προϋποθέτει μια σύνθεση από ανυπαρξίες.
Το να σε συγκλονίζει ο πόνος του άλλου επειδή δε μπορείς να κάνεις τίποτε για αυτόν είναι ακραίος εγωκεντρισμός.
Η γραφή είναι μια προσπάθεια να αρθεί μια αδικία για την οποία γίνεσαι υπεύθυνος, μόλις την αρθρώσεις.
Η τζαζ μουσική ταιριάζει στις ορφανές πυγολαμπίδες που γλιστρούν τις νύχτες από τα φύλλα των δέντρων.
Η μοίρα των εντόμων είναι να λιώνουν στα χέρια που τα συνθλίβουν ή για να το πω αλλιώς, στη ζωή δε μπορείς να έχεις πάντα αυτό που θέλεις. Kι ούτε καν αυτό, για το οποίο αγωνίστηκες μέχρι το τέλος.
Ετικέτες
έντομα
Tuesday, June 14, 2011
Παρατακτική α-σύνδεση.
Κι όπως στεκόμουνα ξυπόλητη -χωρίς προφανή λόγο, αφού δεν υπήρχε καρφί να πάω να πατήσω επάνω του- στο κέντρο ακριβώς εκείνου του σανατόριου για ονειροπαρμένους, ανέλαβα την υπεράσπιση των τρελών, αφού μονάχα εγώ ήξερα τη δικονομική διαφορά του ποτέ και του ποτές (στο πρώτο μπορείς να ασκήσεις έφεση ενώ το δεύτερο είναι αμετάκλητο λόγω της ύπαρξης του τελικού σίγμα) και σκέφτηκα ότι μια μέρα θα γράψω ένα βιβλίο κι έπειτα κάτι, που ένας σοβαροφανής θ'αποκαλούσε άνεμο, -παρότι θα ορκιζόμουν στις «Ελεγείες του Βορρά» πώς ήμουν εγώ όπως υπήρξα και δεν υπήρξα κάποτε- έδιωξε από τους ώμους μου εκείνο το κόκκινο σάλι κι αμέσως σκέφτηκα ότι μια μέρα δεν θα γράψω ένα βιβλίο.
Ετικέτες
α-σουρεαλισμός
Monday, June 13, 2011
what else is (not) there.
«Θα χτίσω καινούρια ψυχή, θα την ντύσω με δέρμα
και μετά θα φορέσω το πουκάμισό μου
και θα τραγουδήσω έναν ύμνο
ένα τραγούδι του εαυτού μου».
(«Εμφύλιος πόλεμος», Ανν Σέξτον, μτφ:Δ.Σταυρίδου)
Sunday, June 12, 2011
Αφορισμοί ΙΙ.
«Τα σημάδια που θα μας κάνουν να ανησυχήσουμε θα είναι:
Ωχρό, ψυχρό και γλοιώδες δέρμα.
Γρήγορος και αδύνατος σφυγμός.
Ανησυχία, φόβος, ελαφρύς πονοκέφαλος και νοητική σύγχυση.
Κάποτε είχα γνωρίσει μια γυναίκα που πέθανε. Την είχα γνωρίσει κάποτε επειδή τότε ακόμη ζούσε. Δεν θα την είχα γνωρίσει ποτέ, αν εκείνη δεν ζούσε κάποτε. Θα την γνωρίζατε κι εσείς αν ζούσε αλλά δεν θα την γνωρίσετε, εφόσον έχει πεθάνει. Η γυναίκα αυτή ήταν πολύ ευγενική, είχε καλούς τρόπους καθώς και μια αλλόκοτη συνήθεια. Κάθε φορά που πήγαινε να θυμώσει με κάποιον, του ζητούσε συγγνώμη. Έτσι, η γυναίκα δεν θύμωσε ποτέ με κανέναν γιατί ήταν πολύ ευγενική, είχε καλούς τρόπους καθώς και μια αλλόκοτη συνήθεια. Η ευγενική γυναίκα με τους καλούς τρόπους και την αλλόκοτη συνήθεια πέρασε όλη της τη ζωή μέσα στο σπίτι. Καταλαβαίνετε λοιπόν πως μείναμε όλοι εμβρόντητοι όταν ο γιατρός μας ανακοίνωσε ότι η ευγενική γυναίκα με τους καλούς τρόπους και την αλλόκοτη συνήθεια πέθανε από εσωτερική αιμορραγία.
Ετικέτες
εσωτερική κατανάλωση
Saturday, June 11, 2011
«Για τη χρονιά των παραφρόνων».
«..Βλέπω δυο λεπτές γραμμές να καίνε το σαγόνι μου.
Βλέπω τον εαυτό μου όπως θα έβλεπα κάποιον άλλο.
Έχω κοπεί στα δυο.
Ω, Μαρία, άνοιξε τα βλέφαρά σου.
Βρίσκομαι στη σφαίρα της σιωπής,
στο βασίλειο των παραφρόνων και των κοιμώμενων.
Υπάρχει αίμα εδώ
και το 'χω πιει.
Ω, μάνα της κοιλίας,
μήπως μονάχα για το αίμα ήρθα εδώ;
Ω, μικρή μητέρα,
βρίσκομαι εντός του μυαλού μου.
Σε λάθος μέρος είμαι κλειδωμένη».
(«Για τη χρονιά των παραφρόνων», Ανν Σέξτον, μτφ:Δήμητρα Σταυρίδου)
Βλέπω τον εαυτό μου όπως θα έβλεπα κάποιον άλλο.
Έχω κοπεί στα δυο.
Ω, Μαρία, άνοιξε τα βλέφαρά σου.
Βρίσκομαι στη σφαίρα της σιωπής,
στο βασίλειο των παραφρόνων και των κοιμώμενων.
Υπάρχει αίμα εδώ
και το 'χω πιει.
Ω, μάνα της κοιλίας,
μήπως μονάχα για το αίμα ήρθα εδώ;
Ω, μικρή μητέρα,
βρίσκομαι εντός του μυαλού μου.
Σε λάθος μέρος είμαι κλειδωμένη».
(«Για τη χρονιά των παραφρόνων», Ανν Σέξτον, μτφ:Δήμητρα Σταυρίδου)
Ετικέτες
σέξτον
Thursday, June 9, 2011
20 μήνες αγώνας. Οι τράπεζες θα σωθούν.
Κατατέθηκε στη Βουλή το σχέδιο νόμου του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής του υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο περιλαμβάνεται το πλαίσιο των μέτρων σε εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να δίνονται όμως όλες οι λεπτομέρειες για τη φύση των μέτρων, τα οποία θα εξειδικευθούν σε μεταγενέστερο χρόνο. Σε αυτό επιβεβαιώνονται τα μέτρα που είδαν το φως της δημοσιότητας της προηγούμενες ημέρες, όπως μείωση του αφορολόγητου, έκτακτη εισφορά ελευθέρων επαγγελματιών αλλά και κατάλογος με τις ιδιωτικοποιήσεις.
Μεταξύ των μέτρων που επιβεβαιώνονται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο, είναι και έκτακτη εισφορά σε ελεύθερους επαγγελματίες, η αύξηση των τεκμηρίων και η μείωση του αφορολόγητου. Αναλυτικότερα προβλέπεται:
• Μείωση προσλήψεων στο δημόσιο, σαραντάωρη απασχόληση,
• Περικοπές επιδομάτων ΟΕΕ-ΟΕΚ, ΟΑΕΔ με στόχο την απόδοση 345 εκατ. στο 2011
• Ειδική εισφορά 8% σε συνταξιούχους κάτω των 60 ετών για ποσά άνω των 1.700 ευρώ και αύξηση της εισφοράς αλληλεγγύης για συντάξεις άνω των 1700 ευρώ
• Έλεγχος στις λίστες των αναπηρικών συντάξεων
• Εισφορά αλληλεγγύης δημοσίων υπαλλήλων για την καταπολέμηση της ανεργίας
• Εισφορά αλληλεγγύης ελεύθερων επαγγελματιών για την καταπολέμηση της ανεργίας
• Αύξηση της εισφοράς των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα για την καταπολέμηση της ανεργίας
•Μείωση φορολογικών εξαιρέσεων και απαλλαγών και αύξηση τεκμηρίων (100 εκατ.)
• Ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα, αύξηση τεκμηρίων διαβίωσης και τεκμήρια ελεύθερων επαγγελματιών (400 εκατ.)
• Αύξηση του ΦΠΑ στην εστίαση από 13% σε 23% από 1/9/2011 (300 εκατ.)
• Αλλαγή στον φόρο ακίνητης περιουσίας (500 εκατ.), πιθανότατα μείωση του αφορολόγητου
• Έσοδα από ρύθμιση για αυθαίρετα (300 εκατ.)
• Αλλαγή στη δομή του φόρου καπνού και μείωση του περιθωρίου καταβολής του ΕΦΚ για τις εταιρείες από τις 56 στις 26 μέρες (150 εκατ.)
• Δήλωση σκαφών αναψυχής ως ιδιωτικά σε συνέχεια δράσεων ΣΔΟΕ και ρύθμισης για την εγγραφή τους στα αρχεία των φορολογικών αρχών (150 εκατ.)
• Έσοδα από ειδικούς φόρους κατανάλωσης (250 εκατ.)
• Αύξηση των τελών κυκλοφορίας (100 εκατ.)
• Έκτακτη εισφορά σε οχήματα μεγάλου κυβισμού, μεγάλης αξίας ακίνητα, σκάφη και πισίνες (100 εκατ.)
• Φορολόγηση χρηματοοικονομικών συναλλαγών (100 εκατ.)
enet.gr
Ετικέτες
α-σουρεαλισμός
Monday, June 6, 2011
Οριστικά χαμένος παράδεισος ΙΙ.
«Αν η ιστορία μιας χώρας γυρνούσε πίσω στην εποχή της γέννησής της, αν μια πόλη ολοένα μίκραινε και γινόταν ένα μικροσκοπικό χωριό και μετά ένα βοσκοτόπι,πώς θα μπορούσε κανείς να επιβιώσει; Η Μαρία Βαλντές Νέιλαν, η ηρωίδα αυτού του βιβλίου, γυρεύει το δρόμο της μέσα στο χάος μιας βιβλικής καταστροφής. Από τη μια μέρα στην άλλη, το ηλεκτρικό κόβεται, οι υπολογιστές αντικαθιστώνται από γραφομηχανές, οι εκπομπές στην τηλεόραση προβάλλονται με διακοπές. Η Κοσμοχαλασιά ερημώνει όλες τις πόλεις, διαλύει κάθε ίχνος πολιτισμού. Οι άνθρωποι κλείνονται στο σπίτι τους κι όσα κτίρια έχουν μείνει ακόμα όρθια γίνονται φρούρια, ενώ η τροφή διανέμεται σαν το συσσίτιο. Έξω οι διαδηλωτές κολλάνε προκηρύξεις κατά της Κοσμοχαλασιάς. Βιτρίνες σπάνε, οι δρόμοι γεμίζουν θύματα. Και η Μαρία εισέρχεται σταδιακά στη βαρβαρότητα: χάνει τη δουλειά της ως γραμματέας, περιπλανιέται αβοήθητη στους δρόμους, γίνεται νοσοκόμα μα και πόρνη, διαπράττει ένα φόνο, τρέπεται σε φυγή και καταλήγει στις φυλές της προκολομβιανής περιόδου.Αναζητεί τον Αλεχάντρο και νοσταλγεί τις βόλτες τους με τη μηχανή σε όλο το Μπουένος Άιρες. Ο ωραίος Αλεχάντρο όμως παραμένει άφαντος, ο παράδεισος του Μπουένος Άιρες μοιάζει να ’χει οριστικά χαθεί...». («Η χρονιά της ερήμου», Pedro Mairal)
Friday, June 3, 2011
Απορία.
Αγανάκτισαν e-τεχνοκράτες και οι επαγγελματίες ακτιβιστές με τους «Αγανακτισμένους». Λαϊκιστές και πρώην βολεμένους τους αποκαλούν! (Ειδικά το επιχείρημα με τις καντίνες είναι εξαιρετικά βαθυστόχαστο και το επικαλούνται όλοι). Ποιός είναι ο λαϊκισμός τον οποίο επικαλούνται; Πρόκειται για τον λαϊκισμό, έτσι όπως τον ορίζει ο Pierre-Andre Taguieff; Μήπως όπως τον αντιλαμβάνεται ο Ernesto Laclau; Η Margaret Canovan ίσως; Τρίζει το βασίλειο της ημιμάθειας, του κυνισμού, της τυφλής εμπιστοσύνης στις αγορές «που ξέρουν καλύτερα» και αυτό προκαλεί εκνευρισμό. Ειδικά σε αυτήν την πόλη που κάποιοι εργολαβικά ανέλαβαν να την σώσουν και δεν σταματούν λεπτό να μας το υπενθυμίζουν. Ωραία ήταν η μόδα/πλάκα με την καινοτομία, ωραία κι η μόδα/πλάκα με τον ακτιβισμό που θα μας βγάλει από τη μιζέρια αλλά εδώ μιλάμε για πραγματική ζωή. Που θα αλλάξει «από τους κάτω». Που έχουν επιλέξει να δράσουν «αυθόρμητα». Προς το παρόν, αυτόν τον τρόπο επέλεξαν οι πολλοί για να αγωνιστούν. Όταν επιλέξουν πέτρες και ξύλα, θα πιάσουμε τις πέτρες και τα ξύλα. Οτιδήποτε πέρα από τον καναπέ, είναι αγώνας. Με καντίνες ή χωρίς.
υγ: Αυτή η (υποτιθέμενη) πολυφωνία οδηγεί σήμερα στον εκδημοκρατισμό της χώρας ή μήπως στον εκφασισμό της;
υγ: Αυτή η (υποτιθέμενη) πολυφωνία οδηγεί σήμερα στον εκδημοκρατισμό της χώρας ή μήπως στον εκφασισμό της;
Thursday, June 2, 2011
Χέρια.
«Καληνύχτα αδελφέ μου Αλέξανδρε κι ο δρόμος θα μας φέρει πάλι κοντά».
Ετικέτες
προσωπική αλληλογραφία
Wednesday, June 1, 2011
Μην κοιτάξω πίσω.

«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».«Πρέπει να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να δείχνουμε πολύ θάρρος».
Ετικέτες
Πραγματικότητα
Tuesday, May 24, 2011
Μεσοπρόθεσμος πατριωτισμός.
'Αρθρο 120: (Ακροτελεύτια διάταξη)
1. Tο Σύνταγμα αυτό, που ψηφίστηκε από την E΄ Aναθεωρητική Bουλή των Eλλήνων, υπογράφεται από τον Πρόεδρό της, δημοσιεύεται από τον προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην Eφημερίδα της Kυβερνήσεως, με διάταγμα που προσυπογράφεται από το Yπουργικό Συμβούλιο και αρχίζει να ισχύει από τις ένδεκα Iουνίου 1975.2. O σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Eλλήνων.
3. O σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος.
4. H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Eλλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία».
Saturday, May 21, 2011
Παραφράζοντας τη Sylvia.
Το να απολύεται κανείς
«είναι μια τέχνη, όπως κάθε τι.
Το κάνω εξαιρετικά καλά.
Μπορείτε να πείτε πως διαθέτω κλίση σ' αυτό.
Για να κοιτάξετε τις ουλές μου, υπάρχει επιβάρυνση.
Για ν' ακούσετε την καρδιά μου
-πράγματι χτυπάει.
Από τη στάχτη βγαίνω
Με πορφυρά μαλλιά...». («Λαίδη Λάζαρος», Sylvia Plath)
Thursday, May 19, 2011
Ο μυστικός κήπος.
«Η καρδιά μου αναστατώθηκε.
Και τούτα ήταν ό, τι ψιθύρισα κοιτώντας την πόρτα:
“Θεέ μου, θα κυβερνήσουμε με σοφία,
θα έχουμε μεγάλες εκκλησίες
και φάρους ψηλούς χτισμένους δίπλα στη θάλασσα.
Θα εξουσιάζουμε τόσο τη στεριά όσο και τη θάλασσα
Και κανείς δεν θα μας βλάψει με τη θέλησή του”».
(«Στην άκρη της θάλασσας», από τις «Ελεγείες του Βορρά», Άννα Αχμάτοβα) Και τούτα ήταν ό, τι ψιθύρισα κοιτώντας την πόρτα:
“Θεέ μου, θα κυβερνήσουμε με σοφία,
θα έχουμε μεγάλες εκκλησίες
και φάρους ψηλούς χτισμένους δίπλα στη θάλασσα.
Θα εξουσιάζουμε τόσο τη στεριά όσο και τη θάλασσα
Και κανείς δεν θα μας βλάψει με τη θέλησή του”».
«Πεινάω». Το γράφει η ταμπέλα που κάποιος του έχει περάσει στο λαιμό κι εκείνος κάθεται έξω από το ΑΤΜ με την απάθεια που έχουν στο βλέμμα οι νεκροί. Για άλλη μια φορά ένας άνθρωπος βρίσκεται σε πιο δυσχερή θέση από μένα. Αδύναμος, αβοήθητος, σχεδόν πεθαμένος. Ένας άνθρωπος έχει μόλις ξεβραστεί στα πόδια μου μέσα από τον εμετό του συστήματος. Ένας άνθρωπος δεν έχει να φάει επειδή όπως του είπαν, το σύστημα παρουσιάζει ελαττώματα τα οποία διορθώνονται μόνα τους κάποια στιγμή. Ψάχνω τρόπους. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος ξεβράζεται μπροστά μου, ψάχνω τρόπους ν' αρνηθώ την οδύνη μου και τη ντροπή μου γι' αυτήν την ανισότητα. Πώς να ζήσει κανείς υποφερτά με τόσα ανθρώπινα πτώματα σε κάθε γωνία; Ένα ατομικό πλήγμα, το δικό μου πλήγμα, σφυρηλατεί ακόμη πιο βαθιά αυτό που λογίζω γι' αριστερή μου συνείδηση. Στην αυλή έχουμε φτιάξει έναν κήπο κι έχουμε φυτέψει μια λευκή τριανταφυλλιά. Έτσι, για να ξεχνάμε καμιά φορά την ανισότητα (και να μας ξεχνά για λίγο κι εκείνη). Στα όνειρά μου έχω φτιάξει έναν κήπο γεμάτο τριανταφυλλιές ενώ στο κέντρο του έχω φυτέψει μια κόκκινη μουριά. Κάθε μεσημέρι κάθομαι από κάτω και ξεφλουδίζω μανταρίνια. Στα όνειρά μου σημαδεύω μούρα με τον δείκτη του αριστερού μου χεριού, παρατηρώ τα έντομα να σκαρφαλώνουν στους κορμούς, μιλώ με τις πυγολαμπίδες και ψηλώνω μαζί με τα δέντρα. Στα όνειρά μου ο κήπος μου με όλα του τα πλάσματα είναι δικός μου και κανείς δε μπορεί να μου τον πάρει.
Subscribe to:
Posts (Atom)






































