Marion Barfs

Monday, November 09, 2009

ύστερα έπεσε το Τείχος για να σηκωθεί ψηλότερο.


H επέτειος της πτώσης του Τείχους σε συνδυασμό με το κείμενο του Θ. μου ξύπνησαν μνήμες. Βαθιές και κόκκινες. Πλάκες από μπετόν και κεραμιδί κεραμίδια. Όταν έπεσε το τείχος, άρχισαν να έρχονται στη γειτονιά άνθρωποι από τις χώρες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. Ερχονταν μαζί με τις οικογένειές τους, τα ανήλικα παιδιά τους. Εμείς κοιτάγαμε φοβισμένοι και αμήχανοι. Οι γονείς μας έλεγαν να μην κάνουμε παρέα μαζί τους. Για χρόνια, τα παιδιά αυτά ήταν γνωστά ως «ρωσσάκια». Υπήρχε μια μονοκατοικία απέναντι από το μπαλκόνι μου. Την είχε νοικιάσει μια οικογένεια από τη Ρωσία από τη στριφνή, γριά γειτόνισσα. Κάθε βράδυ έβαζαν δυνατά τη μουσική, ανάβανε τα φώτα, τραγουδούσαν και έτρωγαν στο μπαλκόνι. Έμοιαζαν χαρούμενοι. Ανακουφισμένοι. Με τον καιρό τα φώτα έσβηναν, η μουσική χαμήλωνε, το φαγητό λιγόστευε. Οι περισσότεροι δουλεύανε στις οικοδομές. Οι γυναίκες καθαρίστριες. Ωραίες γυναίκες. Ψηλές, καλλίγραμες, ευγενικές! Τα παιδιά εξακολουθούσαν να είναι γνωστά ως «ρωσσάκια». Στα σχολεία, ξένα. Στις γειτονιές, ξένα. Στα παιχνίδια, ξένα. Στις ζωές μας, ξένα. Στη συνείδησή μας, ξένα. Θυμάμαι ένα μελαχρινό αγόρι που το πραγματικό του όνομα ήταν Ντάβι αλλά όταν ήρθε εδώ, τον κάνανε με το ζόρι Γιώργο. Οι γυναίκες ήταν πάντα «οι καθαρίστριες», οι άνδρες «τα φτηνά εργατικά χέρια» και τα παιδιά τα «ρωσσάκια». Αρκετοί από αυτούς ζουν ακόμη εδώ. Με κάποιους γνωριζόμαστε, με άλλους απλά δεν έτυχε. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ενσωματώθηκαν ποτέ. Η γειτονιά είχε γεμίσει φόβο για τους «ξένους» και εκείνοι γέμισαν θυμό για την πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ, για το τραπέζι που δε στρώθηκε ποτέ, για τη ζωή που έγινε μια παρατεταμένη μεταβατική περίοδος. Παίζαμε κρυφτό και στις γωνίες κρυβόταν ο φόβος και ο θυμός. Παιδιά που δε μπορούσαν να καταλάβουν γιατί έφυγαν και πού ήρθαν. Οι άνθρωποι στις δυτικές συνοικίες γίνονταν όλο και πιο καχύποπτοι και εχθρικοί. «Γιατί τους φέρανε αυτούς εδώ μαζί μας; Τι είμαστε εμείς; Είμαστε σαν κι αυτούς;». Ρατσισμός μέσα στο ρατσισμό. Σύνορα παντού. Φτιάξαμε κι εμείς το δικό μας τείχος. Οι μπάλες των παιδιών από τη Ρωσία δεν έφταναν να περάσουν τον τοίχο. Χαλούσαμε τις ζωγραφιές τους και τους γνέφαμε κοροϊδευτικά πίσω από τα τούβλα. Έχουνε μεγαλώσει πια. Τα βλέπω καμιά φορά στον ύπνο μου. Στέκονται με τα πρόσωπα φωτισμένα σε ένα σοκάκι και μαζεύουν πέτρες. Μετά αρχίζουν να μουτζουρώνουν το πρόσωπό τους με λάσπη κι εκείνο φωτίζεται ακόμη πιο πολύ. Κι άλλη λάσπη, πιο πολύ φως. Όση λάσπη, περισσότερο φως. Μετά τα βλέπω να κουβαλούν ένα σεντόνι με ένα νεκρό πουλί. Το σεντόνι είναι γεμάτο αίματα. –Γιατί τόσο αίμα; -Δεν είναι αίμα, είναι συνείδηση. Σφυρηλατήστε κι εσείς ξανθιά κυρία τη συνείδησή σας. Μόνο τείχη ξέρετε να ορθώνετε; Συνείδηση.

Saturday, November 07, 2009

«στο βυθό φωτισμένα άρματα»



«...αποτυγχάνουν, παραμένοντας ως το τέλος βυθισμένοι στον τερατώδη εαυτό τους και την παραλυτική μοναξιά τους». Τη φράση αυτή έκλεψα από την κριτική του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στο τελευταίο βιβλίο της Εύης Λαμπροπούλου. Ήθελα απλώς να πω πως μου προκαλούν ρίγος τα σετ «τερατώδης-εαυτός» και «παραλυτική-μαναξιά».

Friday, November 06, 2009

Στα λεωφορεία διαστέλλεσαι


«Είμαι τόσο φτωχός όταν εσύ είσαι μάγος/κι όταν είσαι τόσο πλούσιος, εγώ δείχνω χαμένος/μ' αυτά που έμαθα όμως είμαι τόσο δεμένος/κι αυτό που θέλω αληθινά τώρα/ εδώ και τώρα». («Μόμπιλ», Στέρεο Νόβα)


Τώρα σκέφτομαι κάτι που μπορεί να σου ακουστεί περίεργο. Παρόλα αυτά θα το πω. Ή μάλλον θα το γράψω. Το να χρησιμοποιείς τα αστικά λεωφορεία είναι η ύψιστη μορφή κοινωνικοποίησης. Κι αν ακούγεται υπεροβολικό, τότε σίγουρα είναι μιας μορφής κοινωνικοποίηση, όχι όμως όπως τη φαντάζεσαι. Υποθέτω πως η κοινωνικοποίηση δε συμβαδίζει με τη σιωπή. Υποθέτω πως απαιτεί μια λεκτική επικοινωνία. Ομως μπορούμε να κάνουμε μια εξαίρεση; Μερικές φορές κοινωνικοποιείσαι χωρίς καν να πεις μια λέξη. Καθισμένος στην καφέ ξύλινη ή μπλε βελουτέ καρέκλα ενός λεωφορείου. Καμιά φοράνε τα πράγματα σε ρουφάνε σα σκούπες. Οι άνθρωποι σε ρουφάνε σα σκούπες. Τα λεωφορεία είναι γεμάτα εργάτες. Γεμάτα κουρασμένους ανθρώπους που ζουν στις οικοδομές, τις κουζίνες των εστιατορίων, στις αποθήκες των ξενοδοχείων, ανθρώπους που παλεύουν απ' το πρωί ως το βράδυ για το αυτονόητο. Για να ζήσουν. Εκατομμύρια άνθρωποι μεταφέρουν τις κουρασμένες ζωές τους μέσα στα λεωφορεία. Οι εργάτες. Το βλέμμα τους με ρουφάει σαν σκούπα. Νομίζω πως έχουν όλοι το ίδιο βλέμμα. Τα μάτια τους καμιά φορά κουβαλούν δάκρυα ή προκαλούν δάκρυα. Μπορεί να κλαις καμιά φορά τα απογεύματα στα λεωφορεία. Ο Φρόυντ ίσως να έλεγε ότι αν κλαις στη θέα ενός εργάτη, ίσως φταίει ότι προβάλλεις επάνω τους κάτι που σε κάνει να κλαις. Ίσως έναν εργάτη που και μόνη η σκέψη του, σκίζει την καρδιά σου σα πλοίο που κολυμπάει μέσα σε λίμνη. Κλαις έτσι όπως τους βλέπεις καθισμένους στα λεωφορεία. Ταλαιπωρημένους με κύκλους κάτω από τα μάτια. Μετά λες ότι δε θέλεις να χρησιμοποιήσεις αυτοκίνητο. Γιατί θα χάσεις τα βλέμματα. Θα χάσεις τη συνείδηση. Ετσι όπως είμαστε καθισμένοι στις καφέ καρέκλες, είναι σα να μιλάμε. Δε γνωριζόμαστε αλλά κατά βάθος γνωριζόμαστε. Στο λεωφορείο μπορείς να νιώσεις την καρδιά σου να διαστέλλεται. Στα λεωφορεία διαστέλλεσαι και μεγαλώνεις.

Wednesday, November 04, 2009

Και μετά τους σκέπασε χιόνι.


και μετά μας σκέπασε χιόνι.

ανεβαίναμε το βουνό και τα πόδια μας χωνόντουσαν στο χιόνι.

δεξιά και αριστερά βλέπαμε τα έπιπλα να βουλιάζουν.

τα χιόνια κολυμπούσαν μέσα στα ποτήρια και τα μαχαιροπήρουνα έκαναν πατινάζ στο καλό μας σερβίτσιο.

είδα τη ντουλάπα μου να χάνεται μέσα στα άσπρα δέντρα.

οι κόκκινες κορδέλες ήταν πιασμένες στα κλαδιά και τα λουστρίνια κρέμονταν παγωμένα στα καλώδια.

ανεβαίναμε στα χιόνια για χρόνια.

χρόνια και χιόνια.

δεν κοιτάγαμε πίσω, δεν ξέραμε τι αφήναμε.

δεν κοιτάγαμε μπροστά, δεν ξέραμε τι περιμέναμε.

μετά δε μπορούσαμε να περπατήσουμε.

τα πόδια μας ήταν για χρόνια γυμνά στα χιόνια.

«πρέπει να τα κόψουμε.

τα πόδια σας, πρέπει να σας τα κόψουμε».

μετά μπουσουλούσαμε στα χιόνια.

στην αρχή πονούσε πολύ.

μετά συνηθίσαμε.

όπως συνηθίζεις να πίνεις τον καφέ χωρίς ζάχαρη.

τόσο απλά.

όπως συνηθίζεις να τρως γεμιστές πιπεριές χωρίς κιμά.

τόσο απλά.

θυμάμαι το λιβάδι με τις παπαρούνες και τα χαμομήλια.

κάθε Πρωτομαγιά φτιάχναμε στεφάνι.

μετά συνηθίσαμε.

πάντα συνηθίζεις.

ο χρόνος είναι η χειρότερη εφεύρεση.

τα χρόνια και τα χιόνια ακρωτηριάζουν παπαρούνες και πόδια.

ανεβαίναμε στα χιονισμένα βουνά χωρίς εμφανή λόγο.

σαν τις παπαρούνες που ακρωτηριάστηκαν χωρίς εμφανή λόγο.

απλά.

όπως τα γεμιστά που δεν έχουν κιμά.

και μετά τους σκέπασε χιόνι.

κι ύστερα τους σκέπασε ένα βαρύ χιόνι.

κλαίγανε και τα δάκρυα τους γίνονταν χιόνι.

μετά μπορούσανε να κάνουν τσουλήθρα στις πίστες με τα δάκρυα.

πάντα κατέληγαν σε ένα λιβάδι γεμάτο με παπαρούνες.

τόσο απλά.

κι ύστερα λούστηκα με χιόνι.

λένε πως αν λουστείς με χιόνι φυτρώνουν στα μαλλιά σου παπαρούνες

και στα γόνατα φυτρώνουν πόδια.

λένε πως μόνο αν χάσεις τα πόδια από το χιόνι,

καταλαβαίνεις τι σημαίνει να περπατάς.

κι ύστερα νόμισα πως είδα ένα ελάφι που φορούσε ένα ζευγάρι μάτια που ήξερα.

σαν ξεροψημένα κάστανα απ' αυτά που παίρνεις από το δρόμο.

ίδια μάτια, ίδιο όνομα, ίδιο αίμα.

«θα περπατήσω;».

«να φοράς εκείνο το χρυσό δάκρυ με τα πετράδια που σου είχα φέρει από εκεί».

«θα περπατήσω;».

«να ποτίζεις τη μανταρινιά».

«μιλάνε παππού τα ελάφια;».

«αν σταματήσεις να πιστεύεις ότι τα ελάφια μιλάνε, δεν θα περπατήσεις ποτέ».

Saturday, October 31, 2009

Βήτα Μεταμοντέρνα


Είδα μια γυναίκα να σέρνει ένα καρότσι γεμάτο παλιά ρούχα και άχρηστα πράγματα. Φορούσε μαύρες κάλτσες και παντόφλες. Κοιταχτήκαμε φευγαλέα, εκείνη συνέχισε να σέρνει το καρότσι κι εγώ συνέχισα να σέρνω την ενοχή μου για το ότι μια γυναίκα μέσα στο χειμώνα κυκλοφορεί στους δρόμους, φορώντας παντόφλες. Γιατί μέσα στο χειμώνα υπάρχουν ξυπόλητοι άνθρωποι;


Πουλάνε κάπου καπιταλόμετρα; Που να μου λέει «Συγχαρητήρια, σήμερα λειτουργήσατε 14% καπιταλιστικά» ή «Είστε ηλίθια. Σήμερα καπιταλιστήκατε στο 89%». Δεν υπάρχει ρήμα «καπιταλίζομαι». Κακώς. Εσύ πόσο καπιταλίστηκες σήμερα;

Θέλω να γνωρίσω την Κατερίνα Στανίση. Μα δεν είναι θεά;

Το «Your Ghost» το τραγουδά καλύτερα η Kristin Hersh, o Damien Rice, η Lisa Hannigan ή ο Greg Laswell;

«Νομίζω πως χθες το βράδυ έκανα κύκλους γύρω από τον εαυτό μου». Προχθές;

Δε θα γνωρίσω ποτέ τη Μαργαρίτα Καραπάνου. Έτσι δεν είναι;

Γιατί οι άνθρωποι βλέπουν τηλεόραση; Από φετιχισμό;

Πότε θα κάνει ξαστεριά;

Γιατί η Μαρία Χούκλη στη συνέντευξη που πήρε στον Τσίπρα για το protagon.gr του είπε ότι στα blogs γράφει ο κάθε πικραμένος ότι του έρθει στο κεφάλι; Απογοητευτικό; Εννοείται πως ο Τσίπρας δε συμφώνησε με την τοποθέτηση. Θαυμάσιο;

Αυτοί που χρησιμοποιούν συχνά τη λέξη «απομυθοποίηση» μήπως είναι κυνικούρες (του κερατά) και έχουν στεγνώσει μέσα τους;

Πού θυμήθηκα ξαφνικά τους Radiohead;

Οι ανισότητες με διαλύουν. Είναι κακό που με διαλύουν οι ανισότητες;

Μια μέρα θα ταξιδέψουμε στη Χώρα του Κάποτε. Θα ταξιδέψουμε ποτέ στη Χώρα του Κάποτε;

Thursday, October 29, 2009

Letter to Tsvetaeva by Nina Zivancevic


Ah, now our time has come, Marina.

You visit me at night while I sit alone

with a glass of wine in hand

—you who do not need a key—

for you the most secret door of my room

is always open:

abandoned by our mothers,

we both loved children and poetry,

and hated Paris and poverty,

wearing the one and only dirty dress,

we kept clear of landlords and cops.

We both had blue eyes, many lovers,

and the incapacity to live with anyone.

Ah, I almost forgot: our fathers, too,

had similar jobs—they occupied themselves

with museums and art . . .

Still, I got angry yesterday

when someone called me Marina . . .

I’m neither important nor odd enough

to send daily reports to Beria . . .

How furious I was that you hanged yourself!

What courage, what a double cross, what a lie,

what a betrayal of poetry . . .

Marina, I’m a child as you can see,

about you and life I really know nothing.
(Translated, from the Serbian, by Charles Simic.)

Wednesday, October 28, 2009

«Εγώ ή η μνήμη, πού να ξέρω;»


«Μ’ έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τώρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.

Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.

Στέγνη στέκομαι ανάμεσα
στα δύο ενδεχόμενα: βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα:
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο τ’ ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.

Και μεγάλωσα πολύ
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει
κι όταν δε βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά μου.
Εγώ ή η μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.
Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου». («To διαζευκτικόν ή» Κ.Δημουλά)

Θέλω να γράψω μια φορά για το λιβάδι με τις παπαρούνες και το μαγιάτικο στεφάνι. Συνέβησαν όλα αυτά Κάποτε. Τα θυμάμαι όταν επιστρέφω σε εκείνη τη Χώρα.

Monday, October 26, 2009

Βαλς με τον Μπασίρ



«we may forget the past

but the past won't forget us».




Η εκδρομή ξεκίνησε με τον ήλιο.

Η θάλασσα ήταν ζεστή και κρατούσα ένα καλάθι με ζεστό ψωμί και γάλα.

Οι βαθιές βουτιές κουράζουν και πάντα χρειάζεσαι λίγη τροφή για να συνέλθεις.

Από το βάθος άκουγα το «No surprises» των Radiohead να βγαίνει μέσα από ένα μουσικό κουτί.

Τι ζεστή μέρα! Γεμάτη παλάμες, ψωμί και θάλασσα.

Τόλμησα να κλείσω για λίγο τα μάτια.

Ξύπνησα ώρες μετά.

Χωρίς ψωμί, χωρίς ήλιο, χωρίς χέρια.

Μόνο η θάλασσα ήταν εκεί.

Φοβάμαι τη θάλασσα το βράδυ.

Μου ξυπνά μια υπόνοια πνιγμού.

Δεν είχα χέρια να γράψω στην άμμο.

Σηκώθηκα με τα γόνατα.

Ξαφνικά είδα σκυλιά να τρέχουν προς το μέρος μου.

Φοβάμαι τα σκυλιά στη θάλασσα.

Μου ξυπνούν μια υπόνοια ανέφικτου.

Τρέχανε κατά πάνω μου και ξύνανε το δέρμα μου με τα νύχια και τα δόντια τους.

Μου σκίζανε τα ρούχα αλλά στην πραγματικότητα στην καρδιά στοχεύανε.

«Σιγά μωρέ, σιγά μη φτάσετε μέχρι εκεί! Κωλόσκυλα!».

Μετά γύρισα στην πόλη.

Τα ρούχα τα αντικατέστησα γρήγορα.

«Τι ωραία ρούχα! Έχεις πολύ όμορφα ρούχα!».

Μια μέρα ξύπνησα μέσα στη νύχτα.

Ήμουν ακόμη στην πόλη.

Αλλά τα πόδια μου ήταν βρεγμένα, πράγμα που μου ξύπνησε μια υπόνοια πνιγμού και ανέφικτου μαζί.

Τα ρούχα μου ήταν εντάξει.

Όταν έβαλα το χέρι μου στην καρδιά, δεν τη βρήκα.

«Κωλόσκυλα! Δεν έπρεπε να έχω έρθει ποτέ σε εκείνη την παραλία!».

Saturday, October 24, 2009

Ταρκόφσκι τα μεσάνυχτα



Στο ντελίριο του Τρίερ. Στο πρώτο μισό του «Αντίχριστου» νόμισα ότι έβλεπα να περνάνε μπροστά από τα μάτια μου ποιήματα. Μπορούσα να δω ποιήματα. Να είσαι ανοιχτός στην Τέχνη. Οσο μεγαλώνω, τόσο ανακαλύπτω. Οσο μεγαλώνω, τόσο μεγαλώνουν τα μάτια. Μπορείς να βλέπεις ποιήματα να περπατάνε; Μπορείς.

Οι σκούπες

Τα πράγματα με ρουφάνε σαν σκούπες. Οι άνθρωποι με ρουφάνε σαν σκούπες. Οι εργάτες. Το βλέμμα τους με ρουφάει σαν σκούπα. Νομίζω πως έχουν όλοι το ίδιο βλέμμα. Τα μάτια τους μου φέρνουν δάκρυα. Κλαίω καμιά φορά τα απογεύματα στα λεωφορεία. Ο Φρόυντ θα έλεγε ότι προβάλλω επάνω τους κάτι που με κάνει να κλαίω. Ίσως έναν εργάτη που και μόνη η σκέψη του, σκίζει την καρδιά μου σα πλοίο που κολυμπάει μέσα σε λίμνη. Κλαίω έτσι όπως τους βλέπω καθισμένους στα λεωφορεία. Ταλαιπωρημένους με κόκκινους κύκλους κάτω από τα μάτια. Δε θέλω ποτέ να πάρω αυτοκίνητο. Θα χάσω τα βλέμματα. Θα χάσω τη συνείδησή μου. Ετσι όπως είμαστε καθισμένοι στις καφέ καρέκλες, είναι σα να μιλάμε. Δε γνωριζόμαστε αλλά κατά βάθος γνωριζόμαστε. Στο λεωφορείο νιώθω την καρδιά μου να διαστέλλεται. Στα λεωφορεία διαστέλλομαι και μεγαλώνω.

Τα δέντρα

Αγαπάω δυο δέντρα. Μια κερασιά και μια μανταρινιά. Ακουμπάνε τα βράδια το μπαλκόνι μου και μου φέρνουν πυγολαμπίδες στα χέρια. Γεννήθηκαν και τα δυο όταν ακόμη ζούσαν εκείνοι που πέθαναν. Αυτοί που πέθαναν, κάποτε ζούσαν. Ξυπόλητοι και όρθιοι. Τι παράξενο! Εζησαν όρθιοι και ξυπόλητοι και εμείς τους θάψαμε ξαπλωμένους με σκαρπίνια. Δε θα γυρίσουν ποτέ πίσω, έτσι; Στα δέντρα συστέλλομαι και σωπαίνω.

Το φουσκωτό αεροπλανάκι

Έχω χρόνια να το δω. Φαντάζομαι ότι θα έχει κρυφτεί σε κάποια κούτα στο πατάρι. Ήταν άσπρο με μπλε παραθυράκια. Τώρα που το σκέφτομαι, παραήταν δεξιό για τα γούστα μου. Το φουσκώναμε τα απογεύματα και με τα χέρια μας κάναμε ότι πετάει. Έχω χρόνια να το δω. Μόνο σε όνειρα βλέπω συχνά ότι βρίσκομαι σε ένα αεροπλάνο που πέφτει. Στα αεροπλάνα εξαϋλώνομαι και μικραίνω.

Ένα σπασμένο μολύβι

Στο σχολείο δεν έλεγα ποτέ μάθημα. Ήτανε σίγουροι ότι έχω διαβάσει και δε με ρώταγαν ποτέ. Μετά κρεμούσανε στους τοίχους κάτι χαρτιά που έγραφαν «συγχαρητήρια, αριστεύσατε!». Μετά δε με ρωτούσανε ποτέ αν τα κατάφερνα. Ήτανε σίγουροι ότι τα καταφέρνω. «Συγχαρητήρια, αριστεύσατε!» λέγανε κι εγώ κοιτούσα πίσω να δω σε ποιόν το έλεγαν. Τις νύχτες κοιμάμαι με ένα σπασμένο μολύβι στο χέρι. Τις νύχτες σπάζω και επανεφευρίσκομαι.

Friday, October 23, 2009

«Τώρα αρχίζω και θυμάμαι»


Οι γραμμές αυτές γράφονται ενώ δίπλα εκτυλίσσεται η ιστορία μιας μετακόμισης. Κούτες, χαρτόνια, μαρκαδόροι, αυτοκόλλητα επάνω σε καρέκλες και υπολογιστές. Μετακομίζουμε που σημαίνει αποχαιρετούμε ο καθένας από κάτι και ο καθένας με τον τρόπο του. Αλλοι μετακομίζουν μετά από μια δεκαετία κι άλλοι μετά από λίγους μήνες. Ολοι αφήνουμε κάτι. Είναι όπως όταν αφήνεις ένα σπίτι. Στο τελευταίο καρέ στέκεσαι στην πόρτα και κοιτάζεις τον άδειο χώρο. Μπορείς να δεις τις σκιές των ανθρώπων που πέρασαν. Τις σκιές που αφήνουν τα κάδρα και οι αφισέτες στους τοίχους. Μέσα στον άδειο χώρο μπορείς να μυρίσεις τις ιστορίες των ανθρώπων και να ζυγίσεις τις σκιές τους. Προσπαθώ να θυμηθώ πληροφορίες που δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ αλλά έχουν σφηνωθεί στο μυαλό μου.

Ολες τις στιγμές.

Τα παιδιά του συλλόγου Down στην Καρανιβάλου, φτιάχνουν μπομπονιέρες ακούγοντας αποκλειστικά Μαργαρίτα Μυτιληνιαίου και Δεύτερο πρόγραμμα.

Οι τσιγγάνες φορούν κάτω από τα φουστάνια τους αλλόκοτα, χρωματιστά παντελόνια που δεν ξέρω πως τα λένε.

Ο Πολωνός Παύλος Κ. που ζει με τη σύντροφό του και τα τρία παιδιά τους στη Σιάτιστα -ο Παύλος και η Ούρσουλα είναι το πρώτο ζευγάρι στην Ελλάδα που έκαναν σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης- είναι ο πιο αισιόδοξος άνθρωπος που έχω γνωρίσει.


Ο ζωγράφος των δρόμων που περιφερόταν με το λάπτοπ είχε σημειωμένο το νούμερο του κινητού του σε ένα post it, κολλημένο πίσω από το τηλέφωνο.

Η ωραία Ελένη είναι τώρα γριά και πουλάει ακόμη χαρομάντηλα στην Ικτίνου.

Στη συζήτηση με το Χριστόφορο που περιφέρεται στα ΚΤΕΛ επάνω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι το κασετοφωνάκι άνοιξε και έκλεισε δυο φορές. Την πρώτη που μου είπε μια ψεύτικη ιστορία. Τη δεύτερη που μου μίλησε για τη φυλακή και τα ναρκωτικά.

Η Κ., καθαρίστρια σε βίλες στο Πανόραμα έχει λευκά σημάδια στα χέρια της και τα δόντια της έχουν πέσει. Δεν έχει χρήματα να ασχοληθεί με κανένα από τα δυο.

Η 42χρονη Μαρία, μια γυναίκα με νοητική υστέρηση που φτιάχνει καφέδες σε ένα καφενείο για ΑΜΕΑ στην Κατερίνη ζει σε ένα σπίτι που η τηλεόραση δεν παίζει γιατί κανείς δεν πηγαίνει να της φτιάξει την κεραία.

Ο Γιώργος Αυγερόπουλος είναι ο πιο κουλ συνεντευξιαζόμενος .

Ο Αλέξανδρος μας έμαθε το Λόγο Απειλή και ένα μαγαζί που η μακαρονάδα καλύπτεται από ένα κιλό κασέρι.

Ολες οι στιγμές έχουν νόημα όταν σ' αυτές υπάρχουν άνθρωποι. Κουβαλάμε μαζί εκείνους που μας έμαθαν κολύμπι και βουτάμε βαθιά.

νερό


Ήμουν σε ένα λιβάδι γεμάτο σιτάρια. Στα σιτάρια είχαν φυτρώσει κεράσια. Στο κέντρο του λιβαδιού υπήρχε ένα τετράγωνο κουτί από πλεξι-γκλας. Το κουτί ήταν διάφανο και γεμάτο νερό. Μέσα του ήμουν εγώ, φορώντας κάτι ξεσκισμένες κόκκινες κορδέλες στους καρπούς. Το νερό έφτανε μέχρι το κεφάλι μου και μετά βίας μπορούσα να αναπνεύσω. Γύρω από το κουτί ήταν συγκεντρωμένα κάτι μάτια με χέρια. Δεν είχαν σώμα. Ήταν μάτια με χέρια. Όσο περνούσε η ώρα, το νερό έφτανε στη μύτη μου η οποία δεν ήταν μύτη αλλά πεταλούδα. Όταν άρχισα να βυθίζομαι στο νερό τα χέρια χειροκροτούσαν και εμπόδιζαν τα μάτια να με βλέπουν να πνίγομαι. Τα χέρια που στο κέντρο τους είχαν στόμα μου φωνάζανε: «Έι! Εσύ! Πόσο όμορφα πνίγεσαι». Έπιανα με μανία τις άκρες του κουτιού αλλά όσο προσπαθούσα, τόσο περισσότερο γλιστρούσα. Όσο περισσότερο γλιστρούσα, τόσο περισσότερο χειροκροτούσαν. Μετά ξύπνησα στη θάλασσα. Η πεταλούδα είχε πετάξει, εγώ είχα χάσει για πάντα την όσφρηση, τα χέρια μου ήταν ακρωτηριασμένα και στηρίζονταν στο σώμα μου με κορδέλες και στα μάτια μου είχε κολλήσει το πλέξι-γκλας. Ξημέρωνε όταν πέρασε από δίπλα μου μια γυναίκα που φορούσε ένα μωρουδιακό σαλβάρι. «Δε θα μπορέσεις ποτέ να ενώσεις τις ταράτσες».

Monday, October 19, 2009

«Το σπίτι-πλοίο»


«Είδα ένα όνειρο. Πηγαίναμε περίπατο μέσα σ' ένα πλοίο. Δεν ήταν όμως πλοίο. Ήτανε σαν σπίτι και το νερό γύρω γύρω ήτανε σαν τη γη. Οι τοίχοι και οι πόρτες ήτανε ψηλοί, όλα ήταν ελαφριά, μπορούσαμε να τα μεταμορφώσουμε όπως θέλαμε. Οταν βλέπαμε ένα βουναλάκι ή ένα κομμάτι γη ή και μια γέφυρα, τότε γκρεμίζαμε μια πόρτα ή τη στρίβαμε ή την πετούσαμε μέσα στο νερό, και το σπίτι-πλοίο προχωρούσε, τίποτα δεν το σταματούσε, γλιστρούσε πάνω στα κύματα και νόμιζα πως μέσα μου γλιστρούσα, νόμιζα πως ήμουν κάτω στο βυθό. Ρίχναμε τις πόρτες, αλλάζαμε στους τοίχους θέση, περνούσαμε μέσα από σπηλιές και είδαμε τον ήλιο να πέφτει μες τη θάλασσα και να εξαφανίζεται. Κι όταν νύχτωσε, μάζεψα τ' άστρα και τα σκόρπισα μέσα στο νερό, σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, έπιασα το φεγγάρι και σου το κρέμασα γύρω από το λαιμό».

Το κείμενο αυτό ανήκει σε μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες συγγραφείς, τη Μαργαρίτα Καραπάνου. Αν θυμάμαι καλά, το σπίτι-πλοίο είναι ένα όνειρο της Καραπάνου που περιλαμβάνεται στα προσωπικά της ημερολόγια, το τελευταίο βίβλιο που κυκλοφόρησε λίγο πριν πεθάνει, με τίτλο «Η ζωή είναι αγρίως απίθανη». Στις συνεντεύξεις της τα τελευταία χρόνια μιλούσε επίμονα για τη μάχη που έδωσε με τη μανιοκατάθλιψη, για τη βαριά σκιά της μητέρας της που αγαπούσε και μισούσε ταυτόχρονα, τη γνωριμία με τον Καμί, τον Σαρτρ και τον Ιονέσκο και τα καλοκαίρια στην Υδρα. Για το πόσο σνομπ την περνούσαν οι άλλοι ενώ εκείνη πάλευε με αρρώστιες και χάπια. Δεν είμαι πολύ σίγουρη για το αν η στην Ελλάδα η Καραπάνου έλαβε την αναγνώριση που της έπρεπε. Ακόμη κι αν όχι, όλα όσα έγραψε μοιάζουν με κρύσταλλα παρατημένα σε τεράστια λιβάδια με σιτάρια και παπαρούνες που τα φυσάει ο άνεμος και σπάζουν. Τα έργα της είναι σα σπίτια χτισμένα στη θάλασσα. Τα κουφώματα είναι βρεγμένα ως το κόκαλο, οι άνθρωποι κυκλοφορούν μέσα σ' αυτά με σωσίβια, στα πόδια τους χορεύουν αστερίες και κοχύλια. Σε μια συνέντευξή της που υπάρχει στο Youtube μπόρεσα να τη δω να μιλάει. Μια σοφή γυναίκα που συγκατοικούσε με ένα παιδί. Το ένα και αυτό πρόσωπο. Συνήθως όσα γράφονται, γράφονται γιατί υπάρχει μια αφορμή. Μια επέτειος, μια παγκόσμια ημέρα, κάτι. Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που σήμερα θυμήθηκα τη Μαργαρίτα Καραπάνου, πέρα από το ότι καμιά φορά περπατώντας στα πλακάκια, νομίζω πως μπλέκομαι στα φύκια και κάτω από το παράθυρο μου βλέπω να κολυμπάνε ψάρια και όστρακα.

Τα εικαστικά του Ρίτσου


ΤΗΣ ΠΑΥΛΙΝΑΣ ΕΞΑΔΑΚΤΥΛΟΥ, pexadaktilou@ekdotiki.gr (ΑτΚ, 18/10/09)

Με αφορμή την συμπλήρωση των εκατό χρόνων από τη γέννησή του, το υπουργείο πολιτισμού ανακήρυξε το 2009 ως «Ετος Ρίτσου» ενώ δεκάδες εκδηλώσεις και ημερίδες διοργανώνονται σε όλη την Ελλάδα προς τιμήν του. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη περισσότερες από δέκα εκθέσεις αφιερωμένες στο έργο του μεγάλου Ελληνα ποιητή, παράλληλα με την έκθεση που φιλοξενείται στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης με τίτλο «Τα εικαστικά του Ρίτσου». Τα εικαστικά που φιλοξενούνται στην έκθεση αποτελούν τμήμα μιας μεγάλης συλλογής την οποία κατέχει το Μουσείο Μπενάκη και την επιμέλεια έχει η Λιάνα Τσομπάνογλου.

Πίνακες, πέτρες, ρίζες

Ο Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης που δε σταμάτησε να ζωγραφίζει στιγμή μέχρι το τέλος της ζωής του, είχε συνεχώς μαζί του τα μπλοκ και τις ακουαρέλες του. Μεταμόρφωνε σε έργα τέχνης τις ρίζες από τα καλάμια που έβρισκε και ζωγράφιζε μορφές επάνω σε πέτρες, ακόμη και σε πακέτα από τσιγάρα. «Από την αρχή της χρονιάς το Μουσείο Μπενάκη, ως ο φορέας που κατέχει το αρχείο του ποιητή, δανείζει συνεχώς υλικό για τις διάφορες εκθέσεις. Στην έκθεση με τα εικαστικά του Γιάννη Ρίτσου στη Θεσσαλονίκη υπάρχει ένα μέρος αυτών» εξηγεί η κ. Τσομπάνογλου. Η έκθεση των εικαστικών, την οποία παρουσιάζει η Δημοτική Βιβλιοθήκη στον εκθεσιακό χώρο του Κέντρου Ιστορίας Θεσσαλονίκης, περιλαμβάνει κυρίως πίνακες, πέτρες και ρίζες. Η επιμελήτρια της έκθεσης επέλεξε όμως να εκθέσει και κάποια χειρόγραφα του ποιητή, το περιεχόμενο των οποίων όπως εξηγεί, αντικατοπτρίζεται και στις εικαστικές του δημιουργίες. «Αν παρατηρήσει κανείς τα γραπτά του, θα δει με πόση επιμέλεια και σχολαστικότητα τα έγραφε. Είναι όλα τους σαν κέντημα. Το μπλοκ με τα χειρόγραφά του είναι σαν ζωγραφιά και αυτό είναι κάτι πολύ συγκινητικό και ξεχωριστό» τονίζει η κ. Τσομπάνογλου.

Δημιουργίες ισάξιες με τα γραπτά του

Η έκθεση αυτή αποκαλύπτει την εικαστική πλευρά του Γιάννη Ρίτσου και την επίμονη ενασχόλησή του με τα χρώματα, τους καμβάδες, τα μελάνια και τις ακουαρέλες. Η πλευρά μάλιστα αυτή του ποιητή, παρότι είναι λιγότερη γνωστή στο κοινό, θεωρείται ότι λειτουργεί ισάξια προς το λογοτεχνικό έργο του και όχι συμπληρωματικά. Οι εικαστικές δημιουργίες του Ρίτσου εκπέμπουν την ανθρωπιά που αντανακλάται στους στίχους των ποιημάτων του ενώ από τις ζωγραφισμένες πέτρες αναδύονται οι τραγικές φιγούρες που περιγράφει στο λογοτεχνικό του έργο. Ο ποιητής έχει αποτυπώσει στους καμβάδες κορίτσια και αγόρια, γέρικα πρόσωπα, συνεξόριστους συντρόφους του. «Ο Ρίτσος έχει μια εμμονή σε ορισμένες βασικές αλήθειες οι οποίες διαποτίζουν την ποίησή του, όπως η ομορφιά, η ζωή, ο έρωτας και ο θάνατος. Αυτά ακριβώς υπάρχουν και στους καμβάδες» σημειώνει η κ. Τσομπάνογλου. Πολλά από τα σχέδια επάνω στις πέτρες και τους καμβάδες είναι εμπνευσμένα από όσα βασάνισαν τον ποιητή κατά τη διάρκεια της πολυτάραχης ζωής του και υπάρχουν παράλληλα στο λογοτεχνικό του έργο. «Για παράδειγμα, Η μορφή ενός νεαρού μέσα στην αγκαλιά της μάνας του, είναι σίγουρα εμπνευσμένη από τον Επιτάφιο» εξηγεί η ίδια.

Ογκώδες αρχείο

Τα εικαστικά του Γιάννη Ρίτσου αποτελούν μόνο ένα μέρος του ογκώδους αρχείου που δώρισαν η γυναίκα και η κόρη του ποιητή στο Μουσείο Μπενάκη. Το αρχείο αυτό δόθηκε από τις δυο γυναίκες με σκοπό να ταξινομηθεί, να κατηγοριοποιηθεί, να εκτεθεί αλλά και να δοθεί παράλληλα προς έρευνα στους μελετητές του έργου του Ρίτσου. Στο αρχείο περιλαμβάνονται ποιητικές συλλογές, πεζογραφήματα, τα χειρόγραφά του, μελέτες αλλά μεταφράσεις των ποιημάτων του, αφού το έργο του μεταφράστηκε σε πάρα πολλές γλώσσες. Επίσης, στο αρχείο υπάρχουν προσωπικά αντικείμενα του ποιητή, τα δελτάρια της εξορίας καθώς και φωτογραφίες από σταθμούς της ζωής του. Τέτοιες είναι φωτογραφίες με τους συντρόφους του στην εξορία αλλά και φωτογραφίες σε οικογενειακές στιγμές στη Μονεμβασιά και τη Σάμο, τόπους με τους οποίους συνδέθηκε και αγάπησε ιδιαίτερα. Τέλος, υπάρχει συλλογή με πακέτα από τσιγάρα επάνω στα οποία συνήθιζε να ζωγραφίζει αλλά και τα βραβεία με τα οποία τιμήθηκε για το ανεκτίμητο έργο του, με κύριο το βραβείο Λένιν το 1977.

«Γεννημένος στην Ακρα Μινώα»

Στο ποίημά του «Στοιχεία Ταυτότητας» ο ίδιος γράφει ότι «γεννήθηκε στην Ακρα Μινώα» και «σπούδασε ιστορία του παρελθόντος και του μέλλοντος». Γεννημένος στη Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909, από πολύ μικρός ασχολείται με την ποίηση και το 1921 αρχίζει να συνεργάζεται με τη «Διάπλαση των Παίδων». Την ίδια χρονιά ο μεγαλύτερος αδελφός του πεθαίνει από φυματίωση και λίγους μήνες αργότερα ο νεαρός ποιητής χάνει και τη μητέρα του. Το 1926 προσβάλλεται και ο ίδιος από φυματίωση και ένα χρόνο αργότερα νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Σωτηρία, όπου παραμένει τρία ολόκληρα χρόνια. Το 1934 εκδίδεται η πρώτη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο «Τρακτέρ» ενώ γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Το 1936 κυκλοφορεί ο «Επιτάφιος» και ένα χρόνο αργότερα «Το τραγούδι της αδελφής μου». Ο Ρίτσος πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση και από το 1948 μέχρι το 1952 έζησε εξόριστος στη Λήμνο, τη Μακρόνησο και τον Αη Στράτη. Τον Αύγουστο του 1952, οπότε και αφήνεται ελεύθερος, γίνεται μέλος της διοικούσας επιτροπής της ΕΔΑ και δυο χρόνια μετά παντρεύεται τη Φαλίτσα Γεωργιάδη με την οποία αποκτούν μια κόρη, την Ελευθερία. Το 1956 του απονέμεται το Α' Βραβείο Κρατικής Ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» ενώ το 1968 προτείνεται για το Βραβείο Νόμπελ. Το 1966 κυκλοφορεί η «Ρωμιοσύνη» και το 1977 τιμάται με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν. Μέχρι το θάνατό του το 1990, ο Ρίτσος γράφει αδιάκοπα ποιήματα, θεατρικά και πεζογραφήματα. Υπολογίζεται πως, πέρα από τους 127 τόμους και συλλογές που εκδόθηκαν μέχρι το 1990, ο ποιητής άφησε πίσω του περισσότερες από 40 ανέκδοτες συλλογές.

«Να με θυμάστε»

Εκτός όμως από την έκθεση των εικαστικών του Ρίτσου στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, είναι προγραμματισμένες άλλες δυο εκδηλώσεις προς τιμήν του καθώς και μια θεατρική παράσταση. Στο πλαίσιο των 44ων Δημητρίων, η Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη διοργανώνει εκδήλωση αφιερωμένη στον ποιητή και το έργο του. Η εκδήλωση, στην οποία θα παρευρεθεί η κόρη του Γιάννη Ρίτσου Ελευθερία, πραγματοποιείται αύριο στις επτά το απόγευμα στην αίθουσα εκδηλώσεων της Κεντρικής Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Στην εκδήλωση θα μιλήσουν ο ποιητής και εκδότης Αντώνης Φωστιέρης και ο ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Κοσμόπουλος. Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου θα απαγγείλουν οι ηθοποιοί του Κ.Θ.Β.Ε. Ιφιγένεια Δεληγιαννίδη και Κώστας Σαντάς ενώ το συντονισμό θα έχει η Μάρω Σακελλαρίου. Η Πειραματική Σκηνή της Τέχνης στο πλαίσιο των Δημητρίων στα σχολεία, ανεβάζει στο Θέατρο Αμαλία την «Σονάτα του Σεληνόφωτος» στις 6, 7 και 8 Νοεμβρίου. Επίσης, στις 28 Νοεμβρίου στις 9μ.μ, το Βαφοπούλειο γιορτάζει τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή με τη συναυλία «Παιχνίδια του νερού και τ' ουρανού». Στη συναυλία-αφιέρωμα συμμετέχουν η Μικτή Χορωδία του Δημού Θερμαϊκού καθώς και η Μικτή Χορωδία του Πολιτιστικού Συλλόγου του Δήμου Επανωμής. Οπως ο ίδιος ο ποιητής στο ποίημά του «Επιλογικό» έγραψε: «Να με θυμόσαστε-είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες και αγκάθια, για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά ποτέ μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια. Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε».

Sunday, October 18, 2009

Οι μύγες του χρόνου (Time flies)

Οι μύγες. Πόσα μου φέρνουν στο μυαλό οι μύγες. Τον παππού με τη μυγοσκοτώστρα. Τα πρώτα χρόνια στη Νομική. Την ταβέρνα με τους χίπις στη Νάξο. Είναι απίθανο τι μπορεί να μάθει κανείς για τις μύγες. Οι προτάσεις στα εισαγωγικά ανήκουν στο focusmag.

«Η μύγα είναι μια εκπληκτική πτητική μηχανή, ικανή να κάνει ελιγμούς πέρα από κάθε νόμο της αεροδυναμικής. Το χτύπημα των φτερών της είναι ταχύτατο: 330 χτυπήματα το λεπτό, επίδοση που χαρακτηρίζει μόνο τις μύγες και τα κουνούπια. Οι μέχρι στιγμής έρευνες κατέδειξαν ότι η τεχνική τους μπορεί να αποδειχθεί καλύτερη από εκείνη που εφαρμόζεται σήμερα στα αεροπλάνα».



«Το μάτι μιας μύγας αποτελείται από 4.000 ξεχωριστά μάτια, τα ομματίδια- έτσι μπορεί να διακρίνει 200 εικόνες το λεπτό. Αντίθετα, στον ίδιο χρόνο το ανθρώπινο μάτι διακρίνει μόνο δώδεκα. Μια ταινία που φαίνεται σ´ εμάς σαν εικόνα σε συνεχή κίνηση, για τη μύγα αποτελεί μια σειρά από ξεχωριστές εικόνες, σαν να παίζονταν σε αργή κίνηση. Έτσι όταν προσπαθούμε να τη χτυπήσουμε με μια εφημερίδα εκείνη τη βλέπει να πλησιάζει αργά, πράγμα που της δίνει πολύ γρήγορους χρόνους αντίδρασης ώστε να διαφύγει πετώντας».



«Οι μύγες διαθέτουν και πολύ καλή ακοή. Μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature υποστηρίζει ότι ορισμένες μύγες αντιλαμβάνονται από ποια κατεύθυνση έρχεται ένας ήχος με ακρίβεια δύο μοιρών, ικανότητα που οι ερευνητές θεωρούσαν ότι χαρακτηρίζει μόνο τα ανώτερα ζώα. Χρησιμοποιούν τη σούπερ ακοή τους για να εντοπίσουν το τραγούδι του γρύλου, πάνω στον οποίο ορισμένα είδη εναποθέτουν τις προνύμφες τους. Αυτή η ανακάλυψη οδήγησε στην κατασκευή εξελιγμένων μικροφώνων καθώς και ακουστικών αισθητήρων».



«Η μύγα αποτελεί κίνδυνο όχι μόνο για τα υπανάπτυκτα κράτη αλλά και για τα αναπτυγμένα κράτη. Παρόλο που η παρουσία της περιορίστηκε δραστικά ύστερα από δεκαετίες σκληρών μαχών, μια συνηθισμένη οικιακή μύγα μεταφέρει μέχρι και 26 εκατομμύρια βακτήρια. Μερικές φορές γίνεται και αιτία για την εξάπλωση ασθενειών όπως η φυματίωση, η πανούκλα, η χολέρα, η σαλμονέλα, ακόμα και για κοινές εντερικές λοιμώξεις. Το Μεσαίωνα οι μύγες θεωρούνταν θεϊκή τιμωρία. Όταν κατέκλυζαν τις καλλιέργειες ράντιζαν τους αγρούς με αγιασμό. Αν δεν έφευγαν, το εκκλησιαστικό δικαστήριο τις καταδίκαζε και συχνά τις αφόριζε ως όργανο του Διαβόλου».



«Σήμερα οι μύγες χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική. Το σώμα ορισμένων ειδών είναι καλυμμένο από αντιβακτηριακές ουσίες και μερικοί λαοί τις χρησιμοποιούν για τη θεραπεία μολύνσεων στα μάτια, τρίβοντάς τες στα μολυσμένα σημεία. Οι μύγες χρησιμοποιούνται και στη χειρουργική. Ο Τζον Τσερτς, ο επιλεγόμενος "άνθρωπος-προνύμφη", χρησιμοποιεί προνύμφες για τη θεραπεία της γάγγραινας. Τις τοποθετεί στις πληγές, όπου τρέφονται μόνο με τους μολυσμένους ιστούς, εξασφαλίζοντας κατ´ αυτό τον τρόπο την καθαριότητα της περιοχής».



«Μύγες-αστυνόμοι; Κι όμως, στις ΗΠΑ η αστυνομία και το FBI χρησιμοποιούν τις προνύμφες της μύγας του κρέατος, Sarcophaga carnaria, για να εξακριβώσουν τη στιγμή του θανάτου των θυμάτων ενός εγκλήματος. Ανάλογα με τα στάδια ανάπτυξης των εκκολαπτόμενων προνυμφών και με την παρουσία άλλων ανάλογων ειδών πάνω στο θύμα, προσδιορίζεται η μέρα του θανάτου, στοιχείο-κλειδί για την εξιχνίαση πολλών δολοφονιών. Πράγματι η κρεατόμυγα έχει εξαιρετική όσφρηση, η οποία της επιτρέπει να ανακαλύπτει τα πτώματα από απόσταση είκοσι χιλιομέτρων και να τα "αποικίζει" σχεδόν αμέσως».



«Είναι και θρεπτικές Σύμφωνα πάντως με τους ερευνητές, στον τομέα της διατροφής αυτά τα έντομα είναι πολλά υποσχόμενα. Συνιστούν ένα απεριόριστο δοχείο από πρωτεΐνες, το οποίο ίσως λύσει το πρόβλημα της πείνας στον κόσμο. Οι τροφές με βάση τις μύγες έχουν τη διπλάσια ποσότητα πρωτεϊνών σε σύγκριση μ´ ένα χάμπουργκερ, ενώ είναι πέντε με έξι φορές πιο εύπεπτες».

«Ο εμφύλιος αποτελεί ζήτημα ταμπού»



Οι δυο νεαροί πρωταγωνιστές της νέας ταινίας του Παντελή Βούλγαρη σε μια κοινή συνέντευξη στον Ατκ


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΠΑΥΛΙΝΑ ΕΞΑΔΑΚΤΥΛΟΥ, pexadaktilou@ekdotiki.gr (ΑτΚ, 18/10/09)


Στα χρόνια του ελληνικού Εμφυλίου δυο νεαρά αδέλφια, ο 17χρονος Ανέστης και ο 14χρονος Βλάσης πολεμούν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Λίγο πριν η νέα ταινία «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη κάνει πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 22 Οκτωβρίου, ο Χρήστος Καρτέρης και ο Γιώργος Αγγέλκος εξηγούν γιατί η ιστορία του εμφυλίου θα έπρεπε να διδάσκετε στα σχολεία.

Στην ταινία αυτή υποδύεστε δυο αδελφούς που πολεμούν σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα.


Χρήστος Καρτέρης: Εγώ υποδύομαι τον 17χρονο Ανέστη που έχει ένα μικρότερο αδελφό του Βλάση. Βρισκόμαστε προς το τέλος του πολέμου και τα παιδιά βρίσκονται ο ένας στον Εθνικό Στρατό κι άλλος στο Δημοκρατικό. Ο Ανέστης είναι ένας φοβισμένος νέος αλλά ταυτόχρονα είναι και γενναίος. Εχει χάσει τον πατέρα του και πασχίζει να βρει τον αδερφό του. Δεν είναι μπλεγμένος με τα πολιτικά και δεν έχει απόλυτη επίγνωση του τι συμβαίνει εκεί. Το νόημα είναι ότι βλέπεις παιδιά να πολεμούν μεταξύ τους και επάνω στα βουνά να χύνεται ελληνικό αίμα.

Γιώργος Αγγέλκος: Αυτό που εγώ κατάλαβα είναι ότι πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική ταινία. Δεν υποσκιάζει τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα, απλά στέκεται επάνω στους ανθρώπους. Ο Βλάσης αρχικά αντιμετωπίζει όλο αυτό που συμβαίνει σαν ένα παιχνίδι. Για να είμαι ειλικρινής, δε μου είναι εύκολο να μιλώ για την ταινία γιατί ακόμη κι εγώ ο ίδιος δεν έχω συνειδητοποιήσει αυτό που έχει συμβεί. Ακόμη κρυώνω.

Πώς προέκυψε η συμμετοχή σας στην ταινία;


Χ.Κ:
Ημουν φοιτητής σε δραματική σχολή κι έμαθα τυχαία ότι γίνεται μια οντισιόν. Πήγα και ξαφνικά βρέθηκα να συμμετέχω στην ταινία.

Γ.Α: Δεν είχα μέχρι τότε σχέση με την υποκριτική. Εντελώς συμπτωματικά με πρότεινε η Βικτώρια Χαραλαμπίδου, με την οποία έχουμε μια μακρινή συγγενική σχέση και η οποία επίσης συμμετέχει στην ταινία.

Πώς βιώσατε την παρουσία σας σε μια ταινία με συντελεστές τέτοιου βεληνεκούς όπως ο Παντελής Βούλγαρης και ο Θανάσης Βέγγος;

Χ.Κ: Η συνεργασία ήταν άψογη. Ο Παντελής Βούλγαρης στάθηκε δίπλα μας τόσο ως δάσκαλος όσο και ως πατέρας. Ηταν το όνειρό μου και πραγματικά δεν πίστευα ότι συνέβαινε. Όταν γνώρισα το Θανάση Βέγγο, ένιωσα δέος.
Γ.Α: Ηταν μια μοναδική εμπειρία το να συνεργάζεσαι με τόσους σημαντικούς ανθρώπους.

Πόσο δύσκολο είναι να πρωταγωνιστήσεις σε μια ταινία όπου το ιστορικό πλαίσιο δεν σου είναι καθόλου οικείο;

Χ.Κ: Όταν διάβασα ότι η ταινία πραγματεύεται το ζήτημα του εμφυλίου είπα από μέσα μου «Τι πάει να κάνει αυτός ο άνθρωπος, τι πάει να γράψει!». Αρχισα να ενημερώνομαι, να διαβάζω και να καταλάβω τι πραγματικά συνέβη. Ο καθένας βέβαια αντιμετωπίζει το ζήτημα από τη δική του πλευρά. Από την άλλη, στα σχολικά βιβλία υπάρχει μόνο μια παράγραφος για το ζήτημα. Κανείς δεν τον πιάνει στο στόμα του. Ακόμη ο κόσμος είναι μπερδεμένος.
Γ.Α: Λόγω της οικογένειάς μου, είχα αρκετές γνώσεις επάνω στο θέμα. Ο ένας παππούς μου ήταν αντάρτης και ο άλλος με τον Εθνικό Στρατό ενώ πολλοί συγγενείς μου σκοτώθηκαν. Ακουγα για όλα αυτά και χάρηκα πολύ που το έζησα μέσω της ταινίας. Αλλαξαν μέσα μου κάποια πράγματα τα οποία πίστευα μέχρι πρότινος.

Πώς αντιλαμβάνεστε ο καθένας προσωπικά τον τίτλο της ταινίας, «Ψυχή Βαθιά»;

Χ.Κ:
Ηταν το σύνθημα των ανταρτών. Φωνάζανε ψυχή βαθιά και βγαίνανε από το ασκέρι. Με τη φράση αυτή ο καθένας ήταν σα να φώναζε όλα όσα κουβαλάει μέσα στην ψυχή του.
Γ.Α: Είναι η κραυγή πριν τη μάχη. Δε μπορώ ξεκάθαρα να το ερμηνεύσω γιατί ακόμη το κουβαλώ έντονα μέσα μου. Ξέρω ανθρώπους 80 ετών που ακόμη δε μπορούν να εξηγήσουν τα όσα συνέβησαν.

Τι σκέψεις ή συναισθήματα θέλετε να αφήσει στο τέλος η ταινία στο θεατή;

Χ.Κ: Θα ήθελα ο καθένας να αντιληφθεί τη θέση ενός 17χρονου αγοριού που βρίσκεται μέσα σε έναν πόλεμο.

Γ.Α: Θέλω και οι δυο πλευρές, όχι να συμφιλιωθούν, αλλά να κατανοήσουν.


Κουβαλούμε ακόμη ένα μετεμφυλιακό τραύμα;

Χ.Κ: Σαφώς. Πολλές οικογένειες ακόμη το θυμούνται χωρίς να το συζητούν όμως ποτέ. Το έχουν κρατήσει βαθιά στην ψυχή τους.

Γ.Α: Στην Καστοριά που γεννήθηκα και συνεχίζω να ζω, το ζήτημα του εμφυλίου αποτελεί ταμπού. Εδώ συνέβησαν όλα και κανείς δεν συζητά γι΄αυτό.