
H επέτειος της πτώσης του Τείχους σε συνδυασμό με το κείμενο του Θ. μου ξύπνησαν μνήμες. Βαθιές και κόκκινες. Πλάκες από μπετόν και κεραμιδί κεραμίδια. Όταν έπεσε το τείχος, άρχισαν να έρχονται στη γειτονιά άνθρωποι από τις χώρες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. Ερχονταν μαζί με τις οικογένειές τους, τα ανήλικα παιδιά τους. Εμείς κοιτάγαμε φοβισμένοι και αμήχανοι. Οι γονείς μας έλεγαν να μην κάνουμε παρέα μαζί τους. Για χρόνια, τα παιδιά αυτά ήταν γνωστά ως «ρωσσάκια». Υπήρχε μια μονοκατοικία απέναντι από το μπαλκόνι μου. Την είχε νοικιάσει μια οικογένεια από τη Ρωσία από τη στριφνή, γριά γειτόνισσα. Κάθε βράδυ έβαζαν δυνατά τη μουσική, ανάβανε τα φώτα, τραγουδούσαν και έτρωγαν στο μπαλκόνι. Έμοιαζαν χαρούμενοι. Ανακουφισμένοι. Με τον καιρό τα φώτα έσβηναν, η μουσική χαμήλωνε, το φαγητό λιγόστευε. Οι περισσότεροι δουλεύανε στις οικοδομές. Οι γυναίκες καθαρίστριες. Ωραίες γυναίκες. Ψηλές, καλλίγραμες, ευγενικές! Τα παιδιά εξακολουθούσαν να είναι γνωστά ως «ρωσσάκια». Στα σχολεία, ξένα. Στις γειτονιές, ξένα. Στα παιχνίδια, ξένα. Στις ζωές μας, ξένα. Στη συνείδησή μας, ξένα. Θυμάμαι ένα μελαχρινό αγόρι που το πραγματικό του όνομα ήταν Ντάβι αλλά όταν ήρθε εδώ, τον κάνανε με το ζόρι Γιώργο. Οι γυναίκες ήταν πάντα «οι καθαρίστριες», οι άνδρες «τα φτηνά εργατικά χέρια» και τα παιδιά τα «ρωσσάκια». Αρκετοί από αυτούς ζουν ακόμη εδώ. Με κάποιους γνωριζόμαστε, με άλλους απλά δεν έτυχε. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ενσωματώθηκαν ποτέ. Η γειτονιά είχε γεμίσει φόβο για τους «ξένους» και εκείνοι γέμισαν θυμό για την πόρτα που δεν άνοιξε ποτέ, για το τραπέζι που δε στρώθηκε ποτέ, για τη ζωή που έγινε μια παρατεταμένη μεταβατική περίοδος. Παίζαμε κρυφτό και στις γωνίες κρυβόταν ο φόβος και ο θυμός. Παιδιά που δε μπορούσαν να καταλάβουν γιατί έφυγαν και πού ήρθαν. Οι άνθρωποι στις δυτικές συνοικίες γίνονταν όλο και πιο καχύποπτοι και εχθρικοί. «Γιατί τους φέρανε αυτούς εδώ μαζί μας; Τι είμαστε εμείς; Είμαστε σαν κι αυτούς;». Ρατσισμός μέσα στο ρατσισμό. Σύνορα παντού. Φτιάξαμε κι εμείς το δικό μας τείχος. Οι μπάλες των παιδιών από τη Ρωσία δεν έφταναν να περάσουν τον τοίχο. Χαλούσαμε τις ζωγραφιές τους και τους γνέφαμε κοροϊδευτικά πίσω από τα τούβλα. Έχουνε μεγαλώσει πια. Τα βλέπω καμιά φορά στον ύπνο μου. Στέκονται με τα πρόσωπα φωτισμένα σε ένα σοκάκι και μαζεύουν πέτρες. Μετά αρχίζουν να μουτζουρώνουν το πρόσωπό τους με λάσπη κι εκείνο φωτίζεται ακόμη πιο πολύ. Κι άλλη λάσπη, πιο πολύ φως. Όση λάσπη, περισσότερο φως. Μετά τα βλέπω να κουβαλούν ένα σεντόνι με ένα νεκρό πουλί. Το σεντόνι είναι γεμάτο αίματα. –Γιατί τόσο αίμα; -Δεν είναι αίμα, είναι συνείδηση. Σφυρηλατήστε κι εσείς ξανθιά κυρία τη συνείδησή σας. Μόνο τείχη ξέρετε να ορθώνετε; Συνείδηση.


















