
Ι
Διάβασα πολύ φέτος. Για τη Ρίτα Λυμπεράκη, το Σπαραγμό της και τα Δέντρα που έχουν ρίζες όπως οι άνθρωποι που καθηλώνονται σ’ ένα σημείο και δε μπορούν να κουνηθούν. Για την ακροδεξία στην Ευρώπη και το απολιτίκ φίδι που τυλίγεται γύρω από το λαιμό σου κι όταν ξυπνήσεις, είσαι ήδη νεκρός. Για το λαϊκισμό του Ανδρέα. Του Ταγκιέφ. Του Λακλάου και της Μουφ. Τον δικό μου. Για τη μανιοκαταθλιπτική Μαργαρίτα Καραπάνου, τη ζωή που είναι αγρίως απίθανη και το θεό που ήτανε κουρασμένος. Για το Λειβαδίτη, το Ρίτσο και τον Καρούζο. Για τα βιολιά που παίζονται από μονόχειρες, τα αγάλματα και τις γυναίκες που συνομιλούν με νέους αυθάδεις με ξεκούμπωτα πουκάμισα. Για το Μαρξ, τον καπιταλισμό, το κυπριακό και τις απόρρητες εκθέσεις του State Department. Για τις φωτογραφίες της Δημουλά που απεικονίζουν μόνο όσα έχουν πεθάνει, τους ναυτικούς κόμπους του Σκαρίμπα, τα κοράκια του Πόε και τη σκοτεινιά της Πλαθ. Για το όνειρο μέσα σε όνειρο του Πόε. Εκείνη είχα καιρό να τη δω. Ημουν απορροφημένη στα διαβάσματά μου. Ε, λοιπόν την ίδια χθες στον ύπνο μου. Στο πιο απόκοσμο όνειρο που γεννήθηκε ποτέ. Θα σου πω τι είδα.
ΙΙ
Την είδα μέσα σε έναν τεράστιο ναό. Παντού επιβλητικό, κατάλευκο μάρμαρο και εικόνες αγίων. Την είδα μέσα σ’ έναν ναό, μεσαιωνικό εντελώς να φορά ένα κατάλευκο, μεταξωτό φόρεμα. Μακρύ μέχρι τον αστράγαλο, τόσο μακρύ που αναγκαζόταν να το σηκώνει κάθε φορά που άπλωνε ένα βήμα. Ο ναός ήταν γεμάτος με κόσμο. Τουρίστες που είχανε έρθει για το αξιοθέατο. Εγώ όλη αυτήν την ώρα την παρατηρούσα και προσπαθούσα να καταλάβω τι μπορεί να γύρευε αυτή η γυναίκα σ΄ έναν τεράστιο ναό και μάλιστα ντυμένη μ’ ένα ολόλευκο φουστάνι. Είδα μια γυναίκα, μάλλον ήταν η υπεύθυνη ασφαλείας του ναού, να την πλησιάζει. Ο κύριος Γαλάζιος θέλει να σας μιλήσει. Εγώ όλη αυτήν την ώρα παρατηρούσα. Την είδα που γύρισε αμέσως το βλέμμα προς τα δεξιά. Τον είδε δίπλα της να περιμένει να της μιλήσει. Είχε ένα βλέμμα πικραμένο και μετανιωμένο μαζί. Τον ακολούθησε. Αυτός μπροστά κι εκείνη δυο σκαλιά πιο πίσω. Σήκωνε με τα δυο της χέρια το φουστάνι και ανέβαινε μαζί του τη σκάλα. Στα πέντε σκαλιά γύρισε φευγαλέα και της είπε: «Πολύ όμορφο το φουστάνι σου. Πώς και ντύθηκες έτσι;». Την είδα που κάτι του απάντησε αλλά δυστυχώς δεν το θυμάμαι καθαρά. Την τράβηξε στο πιο ψηλό σημείο του ναού. Δεν ήθελε να τους δει μαζί κανείς. Μα καλά, είναι τρελός; Αναρωτήθηκα. Δεν θέλει να τον δουν μαζί της και την τραβάει εκεί ψηλά; Είναι σίγουρα τρελός. Τον είδα να τη φιλάει με πίκρα. Ήταν ένα φιλί πολύ μεγάλο σε διάρκεια και πίκρα. Ίσως θλίψη. Δεν πέρασαν παρά ελάχιστα λεπτά όταν κάποιοι τους πλησίασαν. Εκείνος τότε γύρισε την πλάτη και κόλλησε τα μούτρα του στις εικόνες που μέχρι πρότινος ακουμπούσε τις πλάτες του. Έκανε όπως ακριβώς κάνει κι η στρουθοκάμηλος στο χώμα. Έπειτα δε θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι που την είδα να τον ψάχνει σε ολόκληρο το όνειρο για να του πει ότι τα ήξερε όλα. Ήξερε πως εκείνος είχε δώσει την καρδιά του σε μια άλλη αλλά ήταν τόσο εγκλωβισμένος που δεν τολμούσε να γραπώσει το όνειρό του και γύριζε πάλι στο κλουβί του. Ήταν κι αυτός σαν εκείνη. Εγκλωβίζονταν και μετά κουφαίνονταν για μεγάλο διάστημα και δεν άκουγε την ψυχή του που του φώναζε. Ήθελε να τον παρακαλέσει να σταματήσει να πληγώνει τον εαυτό του κι εκείνους που αγαπάει. Να ακολουθήσει την ψυχή του γιατί όσο πιο πολύ κουφαίνεται εκείνος, τόσο πιο δυνατά ουρλιάζει η ψυχή. Όταν ξύπνησα κατάλαβα μάλλον το λόγο που εκείνη ήθελε να το κάνει αυτό. Οι λόγοι πάντα είναι οι ίδιοι. Ο χρόνος, η πραγματικότητα, οι άλλοι, εκείνη, η αλήθεια, η ανάγκη, η συνείδηση. Τέλος πάντων, δεν τον βρήκε και δε μπόρεσε να του ζητήσει ποτέ να ακούσει την ψυχή του. Περίεργο όνειρο. Απόκοσμο, μακρινό και οικείο. Τι ξεβράζει καμιά φορά το υποσυνείδητο!
ΙΙΙ
Πέρασα. Κική Δημουλά.
Περπατώ και νυχτώνει. / Αποφασίζω και νυχτώνει. / Όχι,δεν είμαι λυπημένη. / Υπήρξα περίεργη και μελετηρή. / Ξέρω απ'όλα. / Λίγο απ'όλα. / Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται, πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε./
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων μ'ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς. / Όχι δεν ειμαι λυπημένη. / Πέρασα μέρες με βροχή, εντάθηκα πίσω απ'αυτό το συρματόπλεγμα το υδάτινο υπομονετικά κι απαρατήρητα, όπως ο πόνος των δέντρων όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι,δεν είμαι λυπημένη. / Πέρασα από κήπους,στάθηκα σε συντριβάνια και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν σε αθέατα αίτια χαράς. / Και μικρούς ερωτιδείς,καυχησιάρηδες. / Τα τεντωμένα τόξα τους βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα. / Είδα πολλά και ωραία όνειρα και είδα να ξεχνιέμαι. / Όχι,δεν είμαι λυπημένη. / Περπάτησα πολύ στα αισθήματα, τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσα τους να περάσει ο πλατύς χρόνος. / Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα. / Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα. / Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα και κάτι χαιρετίσματα απο τον Πύργο της Πίζας που γέρνει. / Όχι,δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα. / Mίλησα πολύ. / Στους ανθρώπους, στους φανοστάτες,στις φωτογραφίες. / Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια και να χάνω χέρια. / Όχι,δεν είμαι λυπημένη. / Ταξίδεψα μάλιστα. / Πήγα κι από εδώ,πήγα και από εκεί. / Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος. / Έχασα κι από εδώ,έχασα κι από κεί. / Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι από την απροσεξία μου. / Πήγα και στη θάλασσα. / Μου οφειλόταν ένα πλάτος. / Πές πως το πήρα. / Φοβήθηκα τη μοναξιά και φαντάστηκα ανθρώπους. / Τους είδα να πέφτουν από το χέρι μιας ήσυχης σκόνης, που διέτρεχε μιάν ηλιαχτίδα κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης. / Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες ορθόδοξης ερημιάς. / Όχι,δεν είμαι λυπημένη. / Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα. / Και δεν μου έλειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα. / Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή,με ακόνισε. / Όχι,δεν είμαι λυπημένη. / Όσο μπόρεσα έφερ'αντίσταση σ'αυτό το ποτάμι όταν είχε νερό πολύ,να μη με πάρει, κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό στα ξεροπόταμα και παρασύρθηκα. / Όχι,δεν είμαι λυπημένη. / Σε σωστή ώρα νυχτώνει.





















