Wednesday, June 24, 2009

Λεμονιές στο παράθυρο


*«Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια
Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτή την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους.
Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη.
Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας.
Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας.
Της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευση των υπαρχόντων.
Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας»..
(Τριαντάφυλλα στο πααράθυρο, Α. Εμπειρίκος)


Λες δε θα ξαναγράψω. Ποτέ. Γιατί πονάει. Γιατί δεν ξέρω. Αλλά πονάει. Λες δε θα ξαναγράψω. Στη στάση γύρω στις 12. Μεσάνυχτα στη στάση. Πενηντάρης. Ταλαιπωρημένος. Βλέμμα με μισή κουταλιά πίκρα. Ίδιο εκείνος. Βλέμμα ίδιο εκείνος. Πάνε πολλά χρόνια που πέθανε. Οι εργάτες έχουν το βλέμμα του. Εκείνο το καστανό του σκύλου. Κι εγώ τα μάτια του έχω. Και το αίμα του. Αυτό που μέσα κυλάει ολόκληρη η εργατική τάξη. Καταδικασμένη στο αστικό μου κουκούλι. Με μια τάξη που βράζει χωμένη σ’ ένα αστικό κατάλοιπο. Αναθεματισμένες λέξεις που ξυπνάνε με μόνο το βλέμμα ενός κουρασμένου εργάτη που κάνει το αίμα μου να βράζει. Ίδιο με το δικό του βλέμμα. –Πού δουλεύει ο παππούς; -Στην Αραβία, στα καράβια του κυρίου Λάμδα. –Πού δουλεύει ο παππούς τώρα που γύρισε στην Ελλάδα; -Στην οικοδομή.


Στη γειτονιά είχαν έρθει πολλές οικογένειες από τα ανατολικά. Η μάνα μου έλεγε να μην κάνουμε παρέα μαζί τους. Ήτανε ξένοι. Η κυρία Έψιλον δούλευε σαν καθαρίστρια. Είχε έρθει από τη Γεωργία μαζί με τον άνδρα και την κόρη της. Εκείνος πέθανε πολύ γρήγορα από εγκεφαλικό κι εκείνη καθάριζε σκάλες. Δεν την κοίταξα ποτέ στα μάτια. Ντρεπόμουν τόσο που μας καθάριζε τη σκάλα. Τη συνάντησα τυχαία προχθές μετά από χρόνια. Η Ελενίτσα είναι πολύ καλή μαθήτρια. Της λέω, να περάσει στη νομική, να γίνει σαν κι εσένα.


Τζατζίκι. Ο παππούς έτρωγε τζατζίκι και μας έμαθε κι εμάς. Βρωμούσαμε σκόρδο για ώρες αλλά δε μας πείραζε. Αυτό μας ένωνε. Σκόρδο και τηγανιτές πιπεριές ξυπόλητοι στην αυλή. Στις πλαστικές καρέκλες. Παντού γόπες. Άσσος άφιλτρα. Ο παππούς πέθανε. Δε θυμάμαι καν τι μέρα ήτανε. Δε θυμάμαι τι γεύση είχε το τζατζίκι. Δε θυμάμαι την αίσθηση που άφηνε το τσιμέντο στα γυμνά μου πέλματα. Μόνο την εικόνα του σε μια σκαλωσιά έχω. Εικόνα που στην πραγματικότητα δεν είδα ποτέ. Το αστικό μου κουκούλι με έκανε άσχημη και γριά.


Ο παππούς πέθανε. Σα να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μη φάγαμε ποτέ σκόρδο στην αυλή. Σαν να μην έζησε ποτέ κανείς σ’ αυτό το σπίτι. Υπάρχει ένα σπίτι στο οποίο δεν έζησε ποτέ κανείς. Μόνο μια οικογένεια με χελιδόνια και ένα ζευγάρι γόπες. Κι ένας φύκος μπέντζαμιν και μια λεμονιά. Και μια χελώνα που έφυγε γρήγορα.


Αίμα. Γιατί δεν κυλάει αίμα παρά μόνο συνείδηση; Τάξη; Πώς βρέθηκε αυτή η λέξη στο αίμα μου; Δεν ανέβηκα ούτε μια φορά σε σκαλωσιές. Δεν μπήκα ποτέ σ’ εργοστάσιο. Δεν ξύπνησα ποτέ χαράματα για να πάω στη δουλειά. Μόνο μαλθακά έχωσα τη μούρη μου σε βιβλία και τετράδια. Επανάσταση με βιβλία; Τι γελοιότητα. Ένα αστικό κουκουλάκι κι ένα σχετικά προφυλαγμένο περιβάλλον. Όμως γιατί κάθε κύτταρο ουρλιάζει; Ποιός εργάτης ζει μέσα τους; Ο παππούς; Το σκόρδο; Οι λεμονιές; Η Ευθυμία που καθάριζε τις σκάλες; Εργάτες. Παντού.

2 σχόλια:

mariw said...

Υπέροχο και τόσο συγκινητικό κείμενο. Πραγματικά υπέροχο! Η αλήθεια είναι πως όλες οι αναρτήσεις σας είναι πολύ όμορφες.
Ευχαριστώ.

Marion said...

ευχαριστώ.