
«Δω πέρα κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα
αλατισμένο φως κάτου από τη φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα
πάνου στην καρδιά τους, σαν τα χνάρια
απ' το βήμα των γλάρων στην αμμουδιά το απόγευμα». (Ρωμιοσύνη, Γ.Ρίτσος)
Η αφορμή ήταν ένας ταξιτζής κάποιο βράδυ Δευτέρας. -Πού πάμε κοπελιά; -Δυτικά. -Δυτικά; Είναι πολύ χάλια εκεί. Οι άνθρωποι είναι κάπως και οι γειτονιές είναι κάπως. -Κάπως; Πώς κάπως δηλαδή; Για να μην στα πολυλογώ, δεν ανταλλάξαμε κουβέντα μέχρι το τέλος της διαδρομής και όταν έφυγα, του κοπάνησα την πόρτα στα μούτρα.
Ακου, οι άνθρωποι είναι κάπως!
Οι εικόνες και οι σκέψεις που κάνεις καμιά φορά για έναν τόπο ή τους ανθρώπους του είναι κλεμμένες. Κλεμμένες από ένα τεράστιο στερεότυπο, γεννημένες από το φόβο του διαφορετικού, του αλλιώτικου, του μακρινού. Γεννηθήκαμε δυτικά. Μεγαλώσαμε δυτικά. Ζούμε δυτικά. Στη γειτονιά μου υπάρχουν ακόμη χαμηλά σπίτια. Υπάρχουν γειτόνισσες που πίνουν καφέ στις αυλές. Υπάρχει ακόμη το ψιλικατζίδικο που αγοράζαμε παγωτό κορνέτο, 120 δραχμές. Υπάρχει ο κυρ Γιάννης που πουλάει με το φορτηγό αυγά και πατάτες. Υπάρχει η φουρνάρισσα που τους ξέρει όλους με το μικρό τους όνομα. Είχα χρόνια να πάω στο φούρνο. -Πόσο θέλετε για το κουλούρι; -Πενήντα λεπτά. -Μισό λεπτό, της λέω, να βρω το πορτοφόλι μου. -Δεν πειράζει κούκλα μου. Μου τα δίνεις την άλλη φορά. Δε με ήξερε αλλά μ' εμπιστευόταν. Την άλλη φορά.
Ο κύριος Νι πέθανε.
Τον θυμάμαι χρόνια να κάθεται με τη γυναίκα του στο μπαλκόνι. Είχαν ένα καλαθάκι που κρεμόταν από το μπαλκόνι με ένα λευκό σχοινί. Εκείνος πήγαινε στη λαϊκή και όταν έφτανε κάτω από το μπαλκόνι, τη φώναζε. Εκείνη έβγαινε, του πέταγε το καλαθάκι, εκείνος έβαζε με προσοχή τις σακκούλες μέσα και πήγαινε στο καφενείο. Για φαντάσου. Πέθανε. Οπως και πολλοί από εκεί τριγύρω. Οι περισσότεροι από καρκίνο. Τυχαίο που στα δυτικά είναι όλα τα εργοστάσια και οι βιομηχανίες; Δεν έχω ιδέα. Ομως εκείνοι πέθαναν. Τα φουγάρα των εργοστασίων ποτέ. Εργάτες οι περισσότεροι. Βιοπαλαιστές. Οι έρευνες θα τους χαρακτήριζαν άτομα με χαμηλό κοινωνικό στάτους. Σε βεβαιώνω πως όλοι τους υπήρξαν ψηλότεροι απ' όσο φαντάζεσαι.
Η δεσποινίς Σίγμα έγινε κυρία.
Οπως και αρκετά από τα κορίτσια εκεί. Στη γειτονιά μου παντρευόμαστε νωρίς και ενίοτε πεθαίνουμε νωρίς. Στο είπα και πιο πριν. Τα φουγάρα για τα οποία δουλεύουμε μας σκοτώνουν. Ο παππούς Πι δούλευε στην οικοδομή. Ο παππούς Βήτα στα εργοστάσια. Αναπόφευκτα στο αίμα, στην ταυτότητα η εργατική συνείδηση. Κι ας σου λένε ότι είσαι μικροαστός. Στη γειτονιά μου γίναμε μικροαστοί και μέσα μας βράζει η εργατική μας συνείδηση. Στη γειτονιά μου, ζούμε στις αυλές. Απλώνουμε τις ζωές μας στις κερασιές και κλέβουμε μανταρίνια και λεμόνια από τους κήπους τριγύρω. Φέρνουμε τη θάλασσα μέσα στα σπίτια μας.
3 σχόλια:
Είστε υπέροχη...
σας ευχαριστώ..
Στη γειτονιά μας τα σπίτια είναι χαμηλά. Χαμηλοτάβανα-όσο συχνά και τα όνειρά μας.
Μα και ταπεινά, να μην μπορείς να υψώσεις το ανάστημά σου πέρα από κει που φτάνεις.
Όμορφα παιδικά χρόνια, γεμάτα έγχρωμες αναμνήσεις.
Post a Comment