Tuesday, November 22, 2011

Πέτρα σε τσιγκέλι.

«Ο λόγος που οι εργάτες δεν εξεγείρονται άμεσα είναι, γιατί η συνείδησή τους διαμορφώνεται από την υπερδομή, που με την σειρά της καθορίζεται από τη βάση. Η υπερδομή του καπιταλιστικού συστήματος στηρίζει συνεπώς την καπιταλιστική οικονομία, με το να παράγει μια ιδεολογία που νομιμοποιεί το σύστημα. Και επειδή η συνείδηση των εργατών διαμορφώνεται από την ιδεολογία, οι εργάτες δε μπορούν να διακρίνουν τα αληθινά τους συμφέροντα- είναι φορείς ψευδούς συνείδησης». Κ. Μαρξ

«Θα σας στύψουμε μέχρι να αδειάσετε και μετά θα σας γεμίσουμε με τους εαυτούς μας». Τ. Όργουελ

Mε λένε Πέτρα. Πετρούλα με βαφτίσανε αλλά με τα χρόνια έγινα Πέτρα. Της Αγίας Πέτρας της Βιτρινιώτισσας γιορτάζω. Είμαι γραμματέας σ' ένα εργοστάσιο που παράγει καρφίτσες. Πριν από αυτό, δούλευα σ' ένα κτήμα για αρκετά χρόνια. Έπρεπε να μιλάω στις πορτοκαλιές και τις νερατζιές. Να τους τραγουδάω και να τους διαβάζω ιστορίες για να μεγαλώσουν γρηγορότερα. Εκείνα τα χρόνια ήταν μια συνηθισμένη δουλειά. Την έκαναν αρκετοί και μαζί μ' εκείνους, κι εγώ. Μετά ήρθε η ιδεολογία τους κι έφυγα απ΄τη δουλειά.
-Πέτρα είσαι εσύ, θα τα καταφέρεις.
Αυτό μου είπανε και με διώξανε, ήμουν νέα, έφυγα νύχτα. Δεν το ξανασκέφτηκα ποτέ. Πέτρα ήμουν.

Στην αρχή ούτε να τ' ακούσω το γραμματιλίκι.
-Τι μιλάς κι εσύ ρε Πετρούλα; Εσύ είσαι γραμματέας, αλίμονο σε μας.
-Μα, εγώ ήθελα να μιλάω στα δέντρα.
-Πετρούλα, πότε θα σκληρύνεις λίγο, ρε;
-Ξύπνα, Πετρούλα. Ο κόσμος είναι από πέτρα.
-Μην είσαι τόσο μαλακή, Πετρούλα. Θα σε σπάσουν, θα σε λυγίσουν.

Τι ξέρανε αυτοί από δέντρα; Τίποτα. Είχα ήδη αρχίσει να πιστεύω ότι δε μπορείς να ξεφύγεις από την τάξη σου. Ο κόσμος ήταν άδειος από διαλεκτική κι εγώ ήμουν γεμάτη με αμφιβολία. Τα χρήματα που έβγαζα απ' τη δουλειά στο εργοστάσιο δεν έφταναν ούτε για το νοίκι. Κατέβαινα με γρήγορα βήματα την ταξική πυραμίδα κι όμως, δεν είχα φτάσει στον πάτο. Ήταν σχεδόν απίθανο να φτάσω στον πάτο (ή τουλάχιστον έτσι πίστευα). Ντρεπόμουν για αυτό. Ήμουν καλύτερα από δεκάδες άλλους. Σχεδόν δε μπορούσα να μου το συγχωρήσω. Πήγαινα στο εργοστάσιο με σκυμμένο το κεφάλι. Δεν άντεχα να βλέπω τόση εξαθλίωση. Δεν άντεχα που ήμουν ακόμη όρθια κι εκείνοι ήταν πεσμένοι από καιρό.

Κάθε μέρα παράγονταν εκατό χιλιάδες καρφίτσες. Από αυτές, πουλούσαμε μονάχα τις δέκα χιλιάδες το μήνα.
-Σταματήστε να παράγετε τόσες καρφίτσες. Αφού δεν τις έχει ανάγκη κανείς.
-Όχι.
Οι καρφίτσες αναπαράγονταν αδιάκοπα, οι νύχτες το ίδιο. Είχα πάθει κάποιου είδους αμνησία. Είχα ξεχάσει οτιδήποτε είχε σχέση με τη ζωή μου πριν το εργοστάσιο. Ένας αστροναύτης που τότε δούλευε ως ομοιοπαθητικός γιατρός με χαρακτήρισε «σύνηθες περιστατικό». Το πέσιμο από το δέντρο προκάλεσε αναστολή εργασιών στο δεξί μέρος του εγκεφάλου μου κι έτσι, τα ξέχασα όλα. Το πάθαιναν λέει χιλιάδες εργαζόμενοι.
-Αστροναύτη-γιατρέ, η ιδεολογία τους συνέθλιψε τη μνήμη μου. Δε θυμάμαι τίποτε. Ήμουν όμορφη; Γελούσα; Δεν θυμάμαι.

Μια μέρα αγόρασα ένα τσιγκέλι, χοντρό, με μια δαγκάνα που μπορούσε να τρυπήσει εύκολα τη μέση μου. Το έμπηξα βαθιά μέσα στο δέρμα μου, έτσι που σούφρωσε όλη η ραχοκοκαλιά μου και το πέρασα μέσα από το σβέρκο μου. Aυτή θα ήταν η αντίστασή μου. Μόνη μου θα περνούσα τον εαυτό μου απ' το τσιγκέλι.

Ένα βράδυ φύτεψα μια κερασιά στη μέση του σπιτιού μου και άρχισα να της μιλάω. Της έλεγα για τους ηλικιωμένους λαχειοπώλες που συναντάω (ακόμη) στο δρόμο και για μια Κινέζα που πουλούσε ψαλίδια ειδικά φτιαγμένα για το κόψιμο της γλώσσας. Η κερασιά μεγάλωνε όλο και πιο γρήγορα μέχρι που γκρέμισε την οροφή. Το ίδιο συνέβη και σε άλλα διαμερίσματα μέχρι που ο δρόμος έγινε κόκκινος. Σιγά-σιγά, αρχίσαμε να ανεβαίνουμε στις ταράτσες και να σκάμε με παφλασμό στα κεράσια. Στην κατακόκκινη θάλασσα.

Έτσι κάπως πέρασε η ζωή μας εκείνα τα πέτρινα χρόνια. Τα πρωινά κρεμάγαμε τους εαυτούς μας στο τσιγκέλι και τα βράδια παραμιλούσαμε στα δέντρα κι ανεβαίναμε ξυπόλητοι στις ταράτσες, περιμένοντας για το μεγάλο, κόκκινο κύμα. Στον ενδιάμεσο χρόνο δεν σκεφτόμουν τίποτε. Ίσως μόνο πόσο αλάτι να βάλω στο φαγητό, αν ο τοίχος της κρεβατοκάμαρας χρειάζεται σοβάτισμα κι αν πλήρωσα το τέλος της κομμένης γλώσσας.

-Βράχος έγινες, Πέτρα.

(Εικόνα: deviantart.com)

0 σχόλια: